Ε.Ι.Π.Α.Σ.
04-10-2026
† ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΗ΄ (Β΄ Λουκᾶ). † Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἱεροθέου, Ἐπισκόπου
Ἀθηνῶν. Ἦχος Α΄. Ἑωθινὸν Ζ΄
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α΄.
Τοῦ
λίθου σφραγισθέντος ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων, καὶ στρατιωτῶν φυλασσόντων τὸ ἄχραντόν
σου Σῶμα, ἀνέστης τριήμερος Σωτήρ, δωρούμενος τῷ κόσμῳ τὴν ζωήν· διὰ τοῦτο αἱ
Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν ἐβόων σοι ζωοδότα. Δόξα τῇ Ἀναστάσει σου Χριστέ, δόξα τῇ
βασιλείᾳ σου, δόξα τῇ οἰκονομίᾳ σου, μόνε
φιλάνθρωπε.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Ναοῦ
Κοντάκιον Ἦχος β΄
Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε, μὴ
παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε.======================================
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Β' Θ´ 6 - 11
6 Τοῦτο δέ, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ
θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις ἐπ’ εὐλογίαις καὶ θερίσει. 7
ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην
ἀγαπᾷ ὁ Θεός. 8 δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς
ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν,
9 καθὼς γέγραπται· ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη
αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 10 Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι
καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα
τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· 11 ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα,
ἥτις κατεργάζεται δι’ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ·
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
6 Τοῦτο δὲ πρέπει νὰ γνωρίζετε,
ὅτι ἐκεῖνος ποὺ σπείρει μὲ τσιγγουνιάν, μὲ τσιγγουνιὰν καὶ θὰ θερίσῃ. Καὶ ἐκεῖνος
ποὺ σπείρει ἄφθονα, ἄφθονα καὶ θὰ θερίση. 7 Ὁ καθένας ἂς δίδῃ
σύμφωνα μὲ τὴν ἐλευθέραν διάθεσιν τῆς καρδίας του, ὄχι μὲ λύπην ἢ ἀπὸ ἀνάγκην,
διότι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ ἐκεῖνον, ποὺ δίδει μὲ προθυμίαν καὶ χαρούμενον πρόσωπον. 8
Εἶναι δὲ δυνατὸς ὁ Θεὸς νὰ σᾶς δώσῃ ὑπεράφθονον κάθε χάριν· καὶ τὴν χάριν
τουτέστι τῆς προθυμίας εἰς τὸ νὰ εἰσφέρετε γενναίως, καὶ τὴν χάριν τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν,
ὥστε νὰ ἔχετε πάντοτε εἰς ὅλα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας κάθε ἐπάρκειαν καὶ νὰ πράττετε
μὲ τὸ παραπάνω κάθε ἔργον ἀγαθόν. 9 Καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ καὶ μὲ σᾶς
σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ λέγει ἡ Γραφή: Ἐμοίρασεν ἄφθονα, ἔδωκεν εἰς τοὺς πτωχούς·
ἡ ἐκ τῶν ἀγαθοεργιῶν ἀρετή του μένει διὰ παντός. 10 Ὁ Θεὸς
δέ, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ ἄφθονον σπόρον εἰς ἐκεῖνον ποὺ σπέρνει, καὶ ἄρτον διὰ νὰ
τρώγωμεν, εἴθε νὰ χορηγήσῃ καὶ νὰ πληθύνῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά σας καὶ νὰ αὐξήσῃ τοὺς
καρποὺς τῆς ἀγαθοεργίας σας, 11 ὥστε νὰ γίνεσθε πλούσιοι εἰς
κάθε τι, εἰς κάθε εἶδος γενναιοδωρίας, ἡ ὁποία διὰ μέσου ἡμῶν τῶν Ἀποστόλων, ποὺ
μεταφέρομεν τὰς συνεισφοράς σας, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἀναπέμπωνται εὐχαριστίαι εἰς
τὸν Θεόν.
=========================
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ϛ´ 31 - 36
31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς
ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς,
ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33
καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ
τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν,
ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ
ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ
δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου,
ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36
Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
31 Καὶ μὲ ὀλίγας λέξεις, ὅπως θέλετε νὰ συμπεριφέρωνται
πρὸς σᾶς καὶ νὰ σᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ σεῖς νὰ κάνετε εἰς αὐτοὺς τὰ ἴδια. 32
Διότι ἐὰν ἀγαπᾶτε μόνον ἐκείνους, ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποία εὔνοια ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ
ποία ἀμοιβὴ ἀπὸ αὐτὸν σᾶς ἀνήκει; Καμμία. Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀγαποῦν ἐκείνους,
οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀγαποῦν. 33 Καὶ ἂν κάνετε τὸ καλὸν εἰς ἐκείνους,
ποὺ σᾶς εὐεργετοῦν, ποία εὔνοια καὶ χάρις καὶ ἀνταμοιβὴ σᾶς ἀνήκει ἀπὸ τὸν Θεόν;
Καμμία. Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ ἴδιο κάνουν. 34 Καὶ ἐὰν
δανείζετε ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐλπίζετε νὰ λάβετε ὀπίσω τὰ δανεισθέντα,
ποῖα χάρις καὶ ἀνταπόδοσις ἀπὸ τὸν Θεὸν σᾶς ἀνήκει; Καμμία. Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ
δανείζουν ἄλλους ἁμαρτωλοὺς διὰ νὰ λάβουν ὀπίσω ὁλόκληρον τὸ δανεισθὲν ποσὸν ἢ
καὶ ἐν καιρῷ ἀνάγκης λάβουν καὶ αὐτοὶ ἴσα ὠφελήματα καὶ δάνεια ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ
ἐδάνεισαν. 35 Σεῖς ὅμως νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ νὰ τοὺς
εὐεργετῆτε καὶ νὰ τοὺς δανείζετε, χωρὶς νὰ ἐλπίζετε τίποτε ὡς ἀνταπόδοσιν ἀπὸ αὐτούς.
Καὶ θὰ εἶναι πολὺς ὁ μισθός σας καὶ μεγάλη ἡ ἀνταμοιβή σας ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ θὰ
εἶσθε ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν κατὰ χάριν τέκνα τοῦ ὑψίστου Θεοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον
θὰ ὁμοιάζετε ἡθικῶς. Διότι καὶ αὐτὸς εἶναι εὐεργετικὸς καὶ ὠφέλιμος εἰς τοὺς ἀνθρώπους,
οἱ ὁποῖοι δεικνύουν ἀχαριστίαν εἰς τὰς τόσας εὐεργεσίας του καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν
καλὴν διάθεσιν καὶ προαίρεσιν ἀλλ’ εἶναι πονηροί. 36 Γίνεσθε
λοιπὸν σπλαγχνικοὶ πρὸς τὸν πλησίον καὶ συμπονετικοὶ εἰς τὰς δυστυχίας του καὶ
τὰς ἀνάγκας του, καθὼς καὶ ὁ οὐράνιος Πατήρ σας εἶναι εὐσπλαγχνικὸς πρὸς ὅλους.
============================
Ἑωθινόν Ζ´
ΚΑΤΑ
ΙΩΑΝΝΗΝ Κ´ 1 - 10
1 Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται
πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ
μνημείου. 2 τρέχει οὖν καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον καὶ πρὸς
τὸν ἄλλον μαθητὴν ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ
μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. 3 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος
καὶ ὁ ἄλλος μαθητής καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. 4 ἔτρεχον δὲ
οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς
τὸ μνημεῖον, 5 καὶ παρακύψας βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια, οὐ μέντοι
εἰσῆλθεν. 6 ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν
εἰς τὸ μνημεῖον καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα, 7 καὶ τὸ σουδάριον,
ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον
εἰς ἕνα τόπον. 8 τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὁ ἐλθὼν
πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε καὶ ἐπίστευσεν· 9 οὐδέπω γὰρ
ᾔδεισαν τὴν γραφὴν ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. 10 ἀπῆλθον
οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ μαθηταί.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1 Αφοῦ δὲ ἐπέρασε τὸ Σάββατον, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν
τῆς ἑβδομάδος ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον πρωΐ, ὅταν ἦτο ἀκόμη
σκοτάδι, καὶ βλέπει ὅτι ὁ λίθος, ποὺ ἔφρασσε τὴν εἴσοδον τοῦ τάφου, ἦτο σηκωμένος
ἀπὸ τὸ μνῆμα. 2 Ὅταν λοιπὸν εἶδε τὸ μνῆμα ἀνοικτόν, τρέχει καὶ
ἔρχεται εἰς τὸν Σίμωνα Πέτρον καὶ εἰς τὸν ἄλλον μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς,
καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐπῆραν τὸν Κύριον ἀπὸ τὸ μνημεῖον καὶ δὲν ἠξεύρομεν, ποὺ
τὸν ἔβαλαν. 3 Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστον αὐτὴν εἴδησιν,
ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ σπίτι, ποὺ ἔμενεν, ὁ Πέτρος, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὸν ἐβγῆκε καὶ ὁ ἄλλος
μαθητὴς καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. 4 Ἔτρεχαν δὲ καὶ οἱ δύο
μαζί, ἀλλ’ ὁ ἄλλος μαθητὴς ὡς νεώτερος ἔτρεξεν ἐμπρὸς γρηγορώτερα ἀπὸ τὸν Πέτρον
καὶ ἔφθασε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον. 5 Καὶ ἀφοῦ ἔσκυψε, βλέπει ἀπ’
ἔξω τοὺς νεκρικοὺς ἐπιδέσμους νὰ εἶναι κατὰ γῆς, λόγῳ ὅμως τῆς μεγάλης
συγκινήσεώς του δὲν ἐπροχώρησε νὰ ἔμβῃ μέσα. 6 Ἐνῷ λοιπὸν ἐπερίμενεν
ἀπ’ ἔξω, ἔρχεται καὶ ὁ Σίμων Πέτρος ὕστερα ἀπὸ αὐτὸν καὶ θαρραλέος καὶ ὁρμητικός,
καθὼς ἦτο ἀπὸ χαρακτῆρος, ἐμβῆκεν εἰς τὸ μνημεῖον καὶ παρετήρησεν ἐκ τοῦ πλησίον,
ὅτι οἱ νεκρικοὶ ἐπίδεσμοι ἦσαν κατὰ γῆς καὶ δὲν ἔλειπαν, ὅπως ἦτο φυσικὸν νὰ
συμβῇ, ἐὰν τὸ σῶμα εἶχε κλαπῇ. 7 Παρετήρησεν ἀκόμη, ὅτι τὸ
φακιόλιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχαν σκεπάσει τὴν κεφαλὴν τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἦτο ἀτάκτως ἀνακατευμένον
μὲ τοὺς ἐπιδέσμους, ἀλλὰ μὲ τάξιν, ποὺ δὲν ἐπρόδιδε βίαν καὶ σπουδήν, ἦτο
τυλιγμένον χωριστὰ κάπου ἐκεῖ. 8 Τότε λοιπὸν παρακινηθεὶς ἀπὸ
τὸ παράδειγμα τοῦ Πέτρου ἐμβῆκε μέσα καὶ ὁ ἄλλος μαθητής, ποὺ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ
μνῆμα, καὶ εἶδε ταῦτα ἐκ τοῦ πλησίον καὶ αὐτὸς καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη.
9 Δὲν ἐπίστευσε δὲ προτήτερα, ἀλλὰ μόλις τώρα, ποὺ εἶδεν ἀδειανὸν
τὸν τάφον, διότι καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Πέτρος δὲν ἐγνώριζαν ἀκόμη τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῶν
προφητειῶν τῆς Γραφῆς, ὅτι σύμφωνα μὲ αὐτὰς ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ ἀναστηθῇ ἐκ νεκρῶν.
10 Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξήτασαν τὸν τάφον καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι πᾶσα ἅλλη
ἔρευνα ἦτο περιττή, ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς τὰ καταλύματά των οἱ μαθηταί.
=====================================
Α’’ ΟΜΙΛΙΑ
«Ο ΧΡΥΣΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ ΜΕΤΑΞΗ ΗΜΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ »
Ὑπῆρξαν στὴν ἀρχαιότητα σοφοὶ διαφόρων λαῶν ποὺ εἶπαν: «Μὴν κάνεις ὅ,τι δὲν
θέλεις νὰ σοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι». Σ’ αὐτὴν τήν ἀρχὴ εἶχαν δεῖ τὸ κλεὶδὶ γιὰ μιὰ ἁρμονικὴ
ζωὴ τῆς κοινωνίας. Ὁ Χριστὸς μὲ τὴ διδασκαλία Του ἄνοιξε νέους ὁρίζοντες καὶ ἔδωσε
νέες διαστάσεις στὸν παλαιὸ τοῦτο κανόνα συμπεριφορᾶς. Ἀντὶ γιὰ τὸ ἀρνητικὸ: «μὴν
κάνεις», τόνισε τὸ θετικό: «Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάνουν οἱ ἄλλοι σὲ σᾶς, αὐτὸ νὰ
κάνετε καὶ σεῖς σ’ ἐκείνους».
Ἐπιθυμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ σοῦ δείχνουν κατανόηση; Δεῖξε τους πρῶτα ἐσύ. Θέλεις οἱ
συνεργάτες σου νὰ εἶναι εἰλικρινεῖς καὶ ἀληθινοί; Ἔτσι πρέπει νὰ εἶσαι ἀπέναντί
τους, πρῶτος ἐσύ. Ποθεῖς νὰ κυριαρχήσει ἡ δικαιοσύνη; Ἀγωνίσου καὶ σὺ νὰ εἶσαι
δίκαιος στὶς συναλλαγὲς καὶ γενικὰ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις σου. Θέλεις, ὅταν
πέφτεις σὲ σφάλματα νὰ σὲ συγχωροῦν; Νὰ συγχωρεῖς ὁλόψυχα. Ποθεῖς νὰ σὲ ἐξυπηρετοῦν,
νὰ σὲ ἀγαποῦν; Βοήθα ἐσὺ πρῶτος, ἀγάπα ὅσο μπορεῖς πιὸ πολύ.
Σὺχνὰ οἱ σχέσεις μὲ τοὺς συνανθρώπους μας μπερδεύονται, φθάνουν σὲ δύσκολες,
κρίσιμες φάσεις. Ἡ καλύτερη μέθοδος γιὰ νὰ λύνονται οἱ πολύπλοκοι κόμποι
παραμένει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός: «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι,
καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».
Κι ὅταν οἱ ἄλλοι δὲν ἀνταποκρίνονται; Μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς. Μὰ δὲν τὸ κάνεις μὲ
τὸν ὅρο ὅτι ὁ ἄλλος θὰ συγκινηθεῖ. Κινεῖσαι ἐντελῶς ἐλεύθερα∙ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ
τί θὰ κάνει ὁ ἄλλος. Μέτρο δὲν εἶναι ἡ ἀμφίδρομη συμπεριφορά, ἡ ἐλπίδα ὅτι θὰ
προσφέρω μέν, ἀλλὰ καὶ θὰ πάρω. Μέτρο συγκρίσεως γιὰ τὸ χριστιανὸ δὲν εἶναι πὼς
ἐνεργοῦν ἢ ἀντιδροῦν οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ τί ζητεῖ ὁ Θεός, τί κάνει Ἐκεῖνος.
Ὅποιος ποθεῖ νὰ ἀκολουθήσει μὲ συνέπεια τὸν Χριστό, καλεῖται γιὰ ἕνα ἅλμα στὸ ἐξαιρετικό.
Ἡ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πορεία πρὸς τὴν ἀλλαγή, πρὸς τὴ θέωση, στὴν ὁποία
μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, δὲν συνίσταται σὲ μιὰ μυστικιστικὴ φυγὴ σὲ εἰδυλλιακὰ
περιβάλλοντα, ἀλλὰ περνάει μέσα ἀπὸ τοὺς σκονισμένους καὶ γεμάτους ἀναθυμιάσεις
πονηρίας καὶ ἀχαριστίας δρόμους τοῦ καθημερινοῦ βίου. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι πῶς
θὰ τοὺς ἀποφύγουμε, ἀλλὰ πῶς μέσα σ’ αὐτοὺς θὰ γινόμαστε: «υἱοὶ Ὑψίστου». Τὸ
βασικὸ δὲ μυστικὸ γι΄ αὐτὸ τὸ ἔργο εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ : «γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες,
καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί».
Ἔτσι ἡ σκληρὴ πραγματικότητα τῆς καθημερινότητας γίνεται τὸ ἀσκητήριό μας∙ ὁ
στίβος γιὰ καλύτερες ἐπιδόσεις. Κι αὐτά, ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται λυπηρὰ
καὶ σκληρά, μεταβάλλονται σὲ εὐκαιρίες γιὰ νὰ πραγματοποιήσουμε τὸν προορισμό
μας.
======================================
ΟΜΙΛΙΑ Β''
«καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι….»,
Το σημερινό ευαγγέλιο μιλάει για την ύψιστη μορφή αγάπης: την αγάπη για τους εχθρούς. Ο Κύριος Ιησούς έδωσε την εντολή – όχι συμβουλή αλλά εντολή — ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας. Η εντολή Του αυτή δεν είναι περιστασιακή και σποραδική, όπως είχε γίνει πριν από την έλευσή Του σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις. Η εντολή της αγάπης για τους εχθρούς μας τοποθετείται στην ύψιστη θέση στο ευαγγέλιο.
Είπε
ο Κύριος: «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι,
καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. στ’ 31).
Αυτά
είναι τα λόγια του σημερινού ευαγγελίου που μας εισάγουν στην αγάπη για τους
εχθρούς μας. Αν δε θέλετε να γίνουν εχθροί σας οι άνθρωποι, πρώτ’ απ’ όλα
φροντίστε να μη γίνετε εσείς εχθροί τους. Αν είναι αλήθεια πως κάθε άνθρωπος σ’
αυτόν τον κόσμο έχει εχθρούς, αυτό σημαίνει πως είσαι εχθρός κάποιου. Πώς τότε
απαιτείς από έναν άνθρωπο να γίνει φίλος σου, αφού είσαι εχθρός του; Πρώτα
λοιπόν ξερίζωσε την έχθρα από την καρδιά σου κι υστέρα να μετρήσεις τους
εχθρούς σου στον κόσμο. Στο μέτρο που θα ξεριζώσεις από την καρδιά σου την
πονηρή αυτή ρίζα κι αποκόψεις όλα τα κλαδάκια που πετούν απ’ αυτήν, θα βρεις
και λιγότερους εχθρούς να μετρήσεις. Αν μετά θελήσεις να γίνουν φίλοι σου οι
άνθρωποι, πρέπει εσύ πρώτα να πάψεις να είσαι εχθρός τους και να γίνεις φίλος
τους. Όσο γίνεσαι φίλος με τους άλλους, τόσο ο αριθμός των εχθρών σου θα
μειώνεται και στο τέλος θα μηδενιστεί.
Αυτό
όμως δεν είναι το κύριο θέμα. Το κύριο θέμα είναι πως σ’ αυτήν την περίπτωση θα
έχεις φίλο σου το Θεό. Είναι πολύ πιο σπουδαίο για τη σωτηρία σου να μην είσαι
εχθρός κανενός, να μην έχεις καθόλου εχθρούς. Αν είσαι εχθρός άλλων, τόσο εσύ
όσο κι οι άλλοι είστε εμπόδια στη σωτηρία σου. Όταν είσαι φίλος με τους άλλους,
τότε οι εχθροί σου, έστω και ασυνείδητα, βοηθούν στη σωτηρία σου. Ας σκεφτόταν
αλήθεια κάθε άνθρωπος τον αριθμό των ανθρώπων τους οποίους εχθρεύεται ο ίδιος,
κι όχι εκείνους που είναι εχθροί του. Τότε το σκοτεινό πρόσωπο αυτού του κόσμου
θα άστραφτε μέσα σε μια μέρα σαν τον ήλιο.
Η
εντολή του Χριστού πως πρέπει να κάνουμε στους άλλους αυτό που ζητάμε κι εμείς
απ’ αυτούς είναι τόσο φυσική και τόσο σαφής και καλή, που είναι να θαυμάζει και
ν’ απορεί κανείς πως δεν έχει γίνει από παλιά μια καθημερινή συνήθεια στους
ανθρώπους. Κανένας άνθρωπος δε θέλει να τον βλάψουν οι άλλοι. Επομένως ας μη
βλάψει κι αυτός τους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του φέρονται καλά. Επομένως
ας φέρεται κι αυτός καλά στους άλλους. Κάθε άνθρωπος θέλει να του συχωρούν τις
αμαρτίες του. Ας συγχωρεί κι αυτός τις αμαρτίες των άλλων. Κάθε άνθρωπος θέλει
να συμπάσχουν οι άλλοι στις λύπες του και να χαίρονται στη χαρά του. Ας
συμπάσχει κι αυτός με τις λύπες των άλλων κι ας χαίρεται με τις χαρές τους.
Κάθε άνθρωπος θέλει ν’ ακούει καλά λόγια από τους άλλους. Θέλει να τον τιμούν,
να τον ταΐζουν όταν πεινάει, να τον επισκέπτονται όταν είναι άρρωστος και να
τον προστατεύουν όταν τον κυνηγούν. Ας κάνει κι αυτός τα ίδια στους άλλους.
Αυτό
ισχύει τόσο για τους ανθρώπους ατομικά, όσο και για ομάδες ανθρώπων, γειτονικές
φυλές, έθνη και κράτη. Αν την εντολή αυτή την υιοθετούσαν σαν κανόνα όλες οι
τάξεις, τα έθνη και τα κράτη, θα έπαυε αμέσως κάθε κακία και σύγκρουση ανάμεσά
τους, θα εξαλειφόταν κάθε έχθρα και πόλεμος. Αυτό είναι το φάρμακο για κάθε
παρόμοια αρρώστια, δεν υπάρχει κανένα άλλο.
Και
συνεχίζει ο Κύριος: «καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;
καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς
ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. καὶ
ἐὰν δανείζητε παρ' ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ
ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα» (Λουκ. στ’ 32-34).
Αυτό
πάει να πει: Αν περιμένετε από τους άλλους να σας κάνουν καλό και την καλοσύνη
αυτή να την ανταμείψετε και σεις με καλό, δεν κάνετε κάτι επαινετό. Περιμένει ο
Θεός ανταμοιβή για τη θερμότητα του ηλίου, για να δώσει εντολή στον ήλιο να
λάμψει; Ή μήπως ενεργεί από ευσπλαχνία κι αγάπη; Το ξαναλέμε πως η ευσπλαχνία
είναι ενεργητική αρετή, όχι παθητική. Αυτό το έκανε σαφές ο Θεός από τότε που
δημιούργησε τον κόσμο. Μέρα με τη μέρα από την αρχή του κόσμου ο Κύριος μοίραζε
απλόχερα τα πλούσια τα δώρα Του σ’ όλα τα πλάσματά Του. Αν περίμενε πρώτα από
τα πλάσματά Του να του ανταποδώσουν κάτι, ούτε ο κόσμος ούτε ένα μοναδικό
πλάσμα δε θα υπήρχε σ’ αυτόν. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπάνε, είμαστε
έμποροι και κάνουμε ανταλλαγές. Αν κάνουμε το καλό μόνο στους ευεργέτες μας,
είμαστε οφειλέτες και επιστρέφουμε το χρέος μας. Η ευσπλαχνία δεν είναι κάποια
αρετή που απλά αποπληρώνει τις οφειλές της, αλλά που πάντα δανείζει. Η αγάπη
είναι αρετή που δανείζει συνέχεια χωρίς να ελπίζει σε επιστροφή της οφειλής. Αν
δανείζουμε εκείνους που ελπίζουμε πως θα μας τα επιστρέψουν, ποία ημίν χάρις
εστί; Τί καλό κάνουμε; Μεταφέρουμε τα χρήματά μας από μια κάσα σε μιαν άλλη,
αφού αυτό που δανείζουμε το θεωρούμε δικό μας, όπως κι όταν ήταν στα δικά μας
χέρια.
Θα
ήταν παραφροσύνη να σκεφτούμε πως με τα παραπάνω λόγια ο Θεός μας διδάσκει να
μην αγαπάμε εκείνους που μας αγαπάνε, να μην κάνουμε το καλό σ’ αυτούς που μας
ευεργετούν. Θεός φυλάξοι! Αυτό που θέλει να πει, είναι πως αυτή είναι μια
κατώτερη αρετή, που μπορούν να την ασκήσουν ακόμα κι οι αμαρτωλοί. Είναι το
ελάχιστο μέτρο του καλού, που φτωχαίνει τον κόσμο αυτόν και περιορίζει τους
ανθρώπους, τους κάνει στενόμυαλους. Ο Θεός θέλει ν’ αναβιβάσει τον άνθρωπο στα
ανώτερα ύψη των αρετών, απ’ όπου θεωρεί κανείς όλα τ’ αγαθά του Θεού, όλους
τους κόσμους Του, εκεί που η τρομοκρατημένη και περιορισμένη καρδιά του δούλου
γίνεται απεριόριστη κι ελεύθερη καρδιά του υιού και κληρονόμου. Η αγάπη προς
αυτούς που μας αγαπάνε είναι μόνο το πρώτο μάθημα στο απέραντο βασίλειο της
αγάπης. Η ανταπόδοση του καλού σ’ αυτούς που μας αγαπάνε, είναι μόνο το
στοιχειώδες σχολείο, μπροστά στη μακρά σειρά σπουδών στα καλά έργα. Ο δανεισμός
σ’ εκείνους που θα ξεπληρώσουν το χρέος τους δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό.
Είναι μόνο το πρώτο δειλό βήμα προς το μέγιστο καλό, που δίνει χωρίς να
περιμένει επιστροφή.
Ποιοί
είναι εκείνοι που εδώ αποκαλεί αμαρτωλούς ο Θεός; Πρώτα είναι οι ειδωλολάτρες,
στους οποίους δεν έχει αποκαλυφθεί η πληρότητα του μυστηρίου της αλήθειας και
της αγάπης του Θεού. Είναι αμαρτωλοί επειδή αποστράφηκαν την πρωταρχική αλήθεια
και την αγάπη Του. Επειδή στη θέση του Θεού έχουν προσλάβει ως νομοθέτη αυτόν
τον κόσμο, που τους διδάσκει πως πρέπει ν’ ανταποδίδουν αγάπη μόνο σ’ αυτούς
που τους αγαπάνε, να ευεργετούν μόνο εκείνους από τους οποίους δέχονται το
καλό. Το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης του Θεού αποκαλύπτεται μέσω
του Κυρίου Ιησού Χριστού, τώρα μάλιστα με πολύ μεγαλύτερη ενάργεια και
λαμπρότητα απ’ ότι στην αρχή της δημιουργίας. Αρχικά αποκαλύφθηκε μέσω του
Ιουδαϊκού λαού. Απ’ αυτούς, αν κι όχι μόνο γι’ αυτούς, αλλά για όλους τους
λαούς της γης.
Όπως
ο Θεός προετοίμασε τους Ιουδαίους χιλιάδες χρόνια για να κατανοήσουν και να
δεχτούν την πλήρη αποκάλυψη του μυστηρίου, με το Νόμο και τους προφήτες Του,
έτσι κι ο Κύριος χρησιμοποιεί εδώ τη λέξη «αμαρτωλοί» για άλλους λαούς, που
έχουν βυθιστεί στην ειδωλολατρεία. Με την λέξη «αμαρτωλοί» όμως και μάλιστα
μεγαλύτεροι αμαρτωλοί από τους ειδωλολάτρες, εννοεί κι όλους εκείνους στους
οποίους αποκαλύφθηκε το μέγα μυστήριο της αλήθειας και της αγάπης αλλά δεν
έμειναν πιστοί σ’ αυτό, παρά ξαναγύρισαν στο κατώτερο επίπεδο του αγαθού, «ὥσπερ
κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22). Κι υπάρχουν πολλοί
τέτοιοι ανάμεσά μας, χριστιανοί κατ’ όνομα, που με τα έργα τους φανερώνονται οι
πιο πρωτόγονοι ειδωλολάτρες.
Τί
όφελος έχουμε αν αγαπάμε αυτούς που μας αγαπούν και κάνουμε το καλό σ’ εκείνους
που μας ευεργετούν; Δεν επιστρέφουμε στη θέση του αυτό που λάβαμε; Την
ανταπόδοσή μας την λάβαμε. Έπαινος αξίζει στα έργα που, σε μικρή κλίμακα,
μοιάζουν στα έργα της αγάπης του Θεού.
«πλὴν
ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ
ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ
τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν
οἰκτίρμων ἐστίν» (Λουκ. στ’ 35-36).
Αυτά
είναι τα ύψη στα οποία θέλει ο Θεός να εξυψώσει τους ανθρώπους. Αυτή ήταν μια
διδαχή ανήκουστη πριν από την έλευσή Του. Αυτό είναι το ύψος της αξίας του
ανθρώπου, που ούτε κι ο μεγαλύτερος σοφός στην ιστορία του κόσμου δεν είχε
ονειρευτεί ως τότε. Κι αυτή είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, που
αλλοιώνει την καρδιά του ανθρώπου και την μετατρέπει σε ποταμό δακρύων.
Αγαπάτε
τους εχθρούς υμών. Δε λέει «μην ανταποδίδετε κακό στο κακό». Αυτό δεν είναι
σπουδαίο πράγμα. Αυτό είναι απλά ανοχή. Ούτε και λέει «αγαπάτε εκείνους που σας
αγαπούν».
Αυτή
είναι μόνο παθητική αγάπη. Ο Χριστός λέει αγαπάτε τους εχθρούς υμών. Όχι απλά
να τους ανέχεστε, όχι να είστε παθητικοί, αλλά να τους αγαπάτε. Το ξαναλέμε και
πάλι, πως η αγάπη είναι ενεργητική αρετή.
Η
αγάπη για τους εχθρούς δεν είναι αφύσικη; Η αντίρρηση αυτή προβάλλεται πολύ
έντονα από τους μη χριστιανούς. Δε βλέπουμε πως πουθενά στη φύση δεν υπάρχει
παράδειγμα αγάπης για τους εχθρούς, παρά μόνο αγάπης για τους φίλους; Αυτή
είναι λοιπόν αιτία αμφισβήτησης. Τι έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό;
Πρώτ’
απ’ όλα η πίστη μας αναγνωρίζει δύο φύσεις: μία άφθαρτη, φωτεινή και άτρεπτη
στο κακό από την αμαρτία, σαν κι αυτήν που είχε ο Αδάμ στον παράδεισο· κι άλλη
μια διεστραμμένη, σκοτεινή κι επιρρεπή στο κακό και την αμαρτία, σαν κι αυτήν
που αντιμετωπίζουμε διαρκώς σ’ αυτόν τον κόσμο.
Στον
κύκλο της πρώτης φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι απόλυτα φυσική. Στη φύση
αυτή η αγάπη είναι σαν τον αέρα που ανασαίνουν όλα τα πλάσματα και ζουν. Αυτή
είναι η αληθινή φύση που δημιούργησε ο Θεός. Απ’ αυτήν η θεϊκή αγάπη λάμπει στη
φύση μας όπως οι ακτίνες του ήλιου μέσα από τα σύννεφα. Οτιδήποτε στη γη έχει
αληθινή αγάπη, προέρχεται από την αγάπη αυτή.
Στον
κύκλο της δεύτερης, της επίγειας φύσης, η αγάπη για τους εχθρούς είναι σπάνια
και θα μπορούσε να θεωρηθεί αφύσικη. Δεν είναι πραγματικά αφύσικη. Σε σχέση με
την επίγεια φύση μας είναι στην ουσία υπερφυσική ή, καλύτερα, προ-φυσική, καθώς
η αγάπη φτάνει στην αμαρτωλή φύση μας από την πρωταρχική, αναμάρτητη κι αθάνατη
φύση που προϋπήρχε της δικής μας.
Η
αγάπη για τους εχθρούς είναι τόσο σπάνια ώστε θα μπορούσε να κληθεί αφύσικη,
λένε άλλοι αντιρρησίες. Αν τα πράγματα είναι έτσι, τότε και το μαργαριτάρι
είναι αφύσικο, όπως και το διαμάντι κι ο χρυσός. Αυτά είναι όλα σπάνια
αντικείμενα. Ποιός όμως μπορεί να τα ονομάσει αφύσικα; Όπως υπάρχουν φυτά που
ευδοκιμούν μόνο σε μία περιοχή, έτσι γίνεται και με το σπάνιο αυτό φυτό, τη
σπάνια αυτή αγάπη. Φυτρώνει κι αναπτύσσεται μόνο στην Εκκλησία του Χριστού. Για
να πειστεί κάποιος από τα πολυάριθμα παραδείγματα του φυτού αυτού και του
κάλλους του, πρέπει να διαβάσει τους βίους των αποστόλων του Χριστού, των
πατέρων και των ομολογητών της χριστιανικής πίστης, των μαρτύρων της μεγάλης
αλήθειας κι αγάπης του Χριστού.
Μια
τρίτη ομάδα αντιρρησιών ισχυρίζεται πως αν δεν είναι αδύνατη, η αγάπη αυτή
είναι τουλάχιστο εξαιρετικά δύσκολη. Είναι αλήθεια πως δεν είναι εύκολη, κυρίως
για εκείνον που διδάσκεται την αγάπη μακριά από το Θεό, από τον οποίο
ενισχύεται και τροφοδοτείται η αγάπη αυτή. Πώς όμως δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε
αυτούς που αγαπάει ο Θεός; Ο Θεός δεν αγαπά περισσότερο εμάς απ’ όσο αγαπά τους
εχθρούς μας και μάλιστα όταν είμαστε εχθροί άλλων. Ποιός από μας μπορεί να
ισχυριστεί πως δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που να τον αποκαλεί εχθρό του; Αν
ο ήλιος του Θεού ζέσταινε κι η βροχή έπεφτε μόνο σ’ εκείνους που κανένας δεν
τους λογάριαζε εχθρούς του, δύσκολα θά ‘φτανε κάποια ακτίνα στη γη ή θά ‘πεφτε
κάποια σταγόνα βροχής στο χώμα. Ο άνθρωπος φορτώνεται από μόνος του μεγάλο
φορτίο έχθρας. Η αμαρτία δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο. Κι ο φόβος αυτός με τη
σειρά του τον κάνει να υποπτεύεται εχθρούς σ’ όλα τα πλάσματα γύρω του. Ο Θεός
όμως είναι αναμάρτητος κι άφοβος κι επομένως δεν υποπτεύεται κανέναν, αλλά τους
αγαπά όλους. Μας αγαπά τόσο πολύ ώστε, όταν μας κυκλώνουν εχθροί χωρίς να
φταίμε σε τίποτα, πρέπει να πιστεύουμε πως αυτό γίνεται σε γνώση Του και για το
καλό μας.
Ας
είμαστε δίκαιοι. Ας ομολογήσουμε πως οι εχθροί μας μάς βοηθούν πολύ στην
πνευματική μας πορεία. Αν δεν υπήρχε έχθρα στους ανθρώπους, πάρα πολλοί από
εκείνους που ευαρέστησαν στο Θεό δε θα είχαν γίνει φίλοι Του. Ακόμα κι η έχθρα
του σατανά μπορεί να βοηθήσει εκείνους που είναι ζηλωτές των ιερών πραγμάτων
του Θεού και της ψυχικής τους σωτηρίας. Ποιός ήταν περισσότερο ζηλωτής των
ιερών του Θεού πραγμάτων ή είχε μεγαλύτερη αγάπη για το Χριστό από τον απόστολο
Παύλο; Ο ίδιος απόστολος όμως λέει πως επέτρεψε ο Θεός στο διάβολο να τον
πειράξει, όταν του αποκαλύφθηκαν πολλά μυστήρια:
«Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι,
ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος στᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρομαι»
(Β’ Κορ. ιβ’ 7).
Όταν
ο διάβολος ο ίδιος χωρίς να το θέλει βοηθάει τον άνθρωπο, πώς δεν μπορούν οι
άνθρωποι να βοηθούν το συνάνθρωπό τους, που είναι οπωσδήποτε λιγότερο εχθρός
από τους δαίμονες; Θα τολμούσε να πει κανείς πως οι φίλοι του ανθρώπου
ζημιώνουν περισσότερο την ψυχή του από τους εχθρούς του. Ο ίδιος ο Κύριος είπε
πως «ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ» (Ματθ. ι’ 36). Εκείνοι που
ζουν κάτω από την ίδια στέγη μαζί μας, που ενδιαφέρονται πολύ για τις σωματικές
ανάγκες και τις ανέσεις μας, συχνά γίνονται εχθροί της σωτηρίας μας. Η αγάπη κι
η φροντίδα τους δε στοχεύει στην ψυχή αλλά στο σώμα μας. Πόσοι γονείς δεν έχουν
κάνει ανυπολόγιστη ζημιά στις ψυχές των γιων τους κι αδέρφια στ’ αδέρφια τους,
καθώς και σύζυγοι στους συζύγους τους; Κι όλ’ αυτά από αγάπη!
Η
πραγματικότητα αυτή που διαπιστώνεται καθημερινά είναι μια ακόμα αιτία για να
μας κάνει να μη δοθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη προς τους συγγενείς και τους
φίλους μας, ούτε και να μειώσουμε την αγάπη προς τους εχθρούς μας. Είναι ανάγκη
να το ξαναπούμε, πως συχνά, πολύ συχνά, οι εχθροί μας είναι στην ουσία
πραγματικοί φίλοι; Οι τρόποι που χρησιμοποιούν για να μας αναστατώσουν, μας
βοηθούν. Οι τρόποι με τους οποίους μας απορρίπτουν, υπηρετούν τη σωτηρία μας.
Οι τρόποι με τους οποίους πιέζουν την εξωτερική, τη φυσική ζωή μας, μας ωθεί ν’
αποσυρθούμε μέσα μας, στον εαυτό μας, να βρούμε την ψυχή μας και να ζητήσουμε
από το Θεό να τους σώσει. Οι εχθροί μας είναι πραγματικά εκείνοι που μας σώζουν
από την καταστροφή που μας ετοιμάζουν αθέλητα οι οικείοι μας, που φροντίζουν το
σώμα μας σε βάρος της ψυχής μας και χαλαρώνουν το χαρακτήρα μας.
Αγαθοποιείτε
και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, λέει ο Κύριος. Αγαθοποιείτε, κάνετε το καλό
σ’ όλους τους ανθρώπους αδιάκριτα, είτε σας αγαπούν είτε όχι. Ακολουθήστε το
παράδειγμα του Θεού που τους ευεργετεί όλους, είτε φανερά είτε κρυφά. Αν η
ευεργεσία σας δε θεραπεύει το μίσος του εχθρού σας, πολύ λιγότερο θα το
θεραπεύσει η έχθρα σας. Γι’ αυτό κάνετε το καλό ακόμα και σε κείνους που ούτε
το ζητούν ούτε το περιμένουν από σας. Δανείζετε όλους εκείνους που σας ζητούν.
Δανείζετε όμως σα να δίνετε, σα να επιστρέφετε κάτι που ανήκει σε άλλον, όχι
κάτι δικό σας. Λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Ελεήμων άνθρωπος είναι
εκείνος που δίνει, χαρά στους άλλους μ’ αυτά που ο ίδιος έλαβε από το Θεό:
ψωμί, φαγητό, εξουσία, ένα λόγο προσευχής· που λογαριάζει τον εαυτό του
οφειλέτη, αφού έλαβε παραπάνω απ’ όσα χρειάζεται. Μέσω του αδελφού του είναι σα
να του ζητάει ο Θεός και γίνεται έτσι οφειλέτης του».
Αν
ο εχθρός δε δεχτεί την ευεργεσία σου, δε σ’ εμποδίζει μ’ αυτό από το να
συνεχίσεις να του δίνεις. Ο Κύριος είπε, «προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς
καὶ διωκόντων ὑμᾶς» (Ματθ. ε’ 44). Κάνε και συ λοιπόν προσευχή για τους
εχθρούς σου, ευεργέτησέ τους. Αν ο εχθρός σου δε δεχτεί κάποιο είδος καλοσύνης
ή εξυπηρέτησης από μέρους σου, ο Θεός θα δεχτεί την προσευχή που θα κάνεις γι’
αυτόν. Ο Θεός θα μαλακώσει την καρδιά του και θ’ αλλάξει τη διάθεσή του για
σένα. Δεν είναι τόσο δύσκολο στο Θεό να κάνει έναν εχθρό φίλο, όσο φαίνεται
στους ανθρώπους. Αυτό είναι ίσως αδύνατο στους ανθρώπους, μα δυνατό στο Θεό.
Εκείνος που ξανακάνει την παγωμένη γη εύφορη κοιλάδα, όπου αναπτύσσονται
πανέμορφα λουλούδια, μπορεί να λιώσει και τον πάγο της έχθρας της ανθρώπινης καρδιάς
και να κάνει να ευδοκιμήσουν σ’ αυτήν τα ευωδιαστά λουλούδια της φιλίας.
Βέβαια,
το σπουδαιότερο πράγμα δεν είναι να γυρίσει ο εχθρός σου και να γίνει φίλος σου
χάρη στην καλοσύνη σου, αλλά να μη χάσει την ψυχή του λόγω του μίσους του για
σένα. Περισσότερο πρέπει να προσεύχεται κανείς γι’ αυτό το τελευταίο, παρά για
το πρώτο. Για τη δική σου σωτηρία δεν παίζει κανένα ρόλο αν σ’ αυτή τη ζωή
έχεις περισσότερους φίλους ή εχθρούς. Παίζει πολύ σπουδαίο ρόλο όμως το να μην
είσαι εχθρός κανενός, αλλά να είσαι φίλος με όλους με την καρδιά σου, με τις
προσευχές και τις σκέψεις σου.
Αν
το κάνεις αυτό, η ανταπόδοσή σου θα είναι μεγάλη. Από ποιόν; Σε κάποιο βαθμό
ίσως από τους ανθρώπους, κυρίως όμως από το Θεό. Τί είδους ανταπόδοσή θα έχεις;
«Ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου», θ’ αξιωθείτε ν’ αποκαλέσετε το Θεό «Πατέρα»,
«καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ»
(Ματθ. στ’ 6). Αν δε γίνει σήμερα αυτό, θα γίνει αύριο. Αν όχι αύριο, τότε στο
τέλος του κόσμου, ενώπιον αγγέλων και ανθρώπων. Ποιά μεγαλύτερη ανταπόδοση θα
μπορούσαμε να περιμένουμε από το να κληθούμε παιδιά του Υψίστου, να ονομάζουμε
τον Ύψιστο Πατέρα μας;
Προσέξτε.
Ο ένας και μοναδικός Υιός του Υψίστου είναι ο Κύριος Ιησούς. Έως τώρα μόνο
Αυτός ονόμαζε το Θεό Πατέρα Του. Και τώρα την ίδια τιμή υποσχέθηκε ο Θεός σ’
εμάς, τους αμαρτωλούς και παραστρατημένους. Τί σημαίνει η τιμή αυτή για μας;
Πώς θα είμαστε μαζί Του στην αιωνιότητα (βλ. Ιωάν. ιδ’ 3), κοντά στη δική Του
δόξα, όπου βασιλεύει χαρά χωρίς τέλος. Σημαίνει πως η αγάπη του Θεού Πατέρα θα
είναι πάντα μαζί μας. Ακόμα κι όταν διερχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις
δυσκολίες σ’ αυτή τη ζωή, όλα θ’ αντιστραφούν και θα καταλήξουν στο καλό μας.
Σημαίνει πως όταν πεθάνουμε δε θα παραμείνουμε στον τάφο, αλλά θ’ αναστηθούμε,
όπως Εκείνος αναστήθηκε εκ νεκρών. Σημαίνει πως σ’ αυτή τη γη τοποθετηθήκαμε
προσωρινά. Στο σπίτι του ουράνιου Πατέρα μας όμως μας περιμένει κάλλος αθάνατο,
τιμή και δόξα.
Θα
μπορούσαμε ν’ απαριθμήσουμε όλα τ’ αγαθά που περιμένουν έναν ορφανό αν τον
υιοθετήσει κάποιος επίγειος βασιλιάς; Είναι αρκετό να πούμε πως το ορφανό αυτό
το υιοθέτησε ένας βασιλιάς κι όλοι θα καταλάβουν πόσα αγαθά θ’ απολαύσει το
ορφανό αυτό. Η δική μας υιοθεσία δεν έγινε από ανθρώπους αλλ’ από το Θεό, αφού
θα γίνουμε υιοί του Υψίστου, του Οποίου Υιός είναι ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Θα
γίνουμε υιοί του αθάνατου Βασιλιά, του Βασιλιά των βασιλιάδων. Μας υιοθετεί ο
Θεός όχι για χάρη μας, αλλά για χάρη του Μονογενούς Του Υιού, όπως λέει ο
απόστολος: «Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»
(Γαλ. γ’ 26). Ο Χριστός μας υποδέχεται σαν αδελφούς Του. Ο Θεός Πατέρας
επομένως μας δέχεται σαν υιούς Του.
Στην
πραγματικότητα δεν υπάρχει περίπτωση να μας αξίζει να λεγόμαστε «υιοί του
ζώντος Θεού». Είναι αστείο και να σκεφτούμε ακόμα πως θα μπορούσαμε με
οποιοδήποτε έργο μας, ακόμα κι αν ασκούσαμε τη μεγαλύτερη αγάπη για τον εχθρό
μας, ν’ αξίζαμε ν’ ανταμειφθούμε με αυτό που υποσχέθηκε ο Κύριος Ιησούς στους
πιστούς δούλους Του. Αν δίναμε όλα τα υπάρχοντά μας στους φτωχούς, αν νηστεύαμε
όλες τις μέρες της ζωής μας κι αν στεκόμασταν στην προσευχή σαν αναμμένες
λαμπάδες ως το τέλος του χρόνου· αν χωρίζαμε πνευματικά το πνεύμα από το σώμα
μας, σα νά ‘ταν ψυχρή πέτρα κι αν η ψυχή μας ήταν απαθής προς τον υλικό κόσμο·
αν αφήναμε τον εαυτό μας να τον φτύνουν και να τον ποδοπατούν όλοι οι άνθρωποι
ή ακόμα κι αν παραδινόμασταν τροφή στα πεινασμένα θηρία· ακόμα κι αν τα κάναμε
όλ’ αυτά, δε θα ήταν παρά μια απειροελάχιστη τιμή για όλα τ’ αγαθά, τη δόξα και
την ανέκφραστη ευφροσύνη που συνοδεύουν την υιοθεσία του Θεού. Δεν υπάρχει
ευσπλαχνία στη γη ούτε αγάπη στο θνητό άνθρωπο που θα μπορούσε να τον αξιώσει
να γίνει «υιός Θεού», αθάνατος πολίτης της ουράνιας Βασιλείας. Η αγάπη του
Χριστού όμως αναπληρώνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος. Ας μην
ισχυριστεί κανένας μας πως μπορεί με τη δική του αγάπη να σωθεί, με τη δική του
αξία ν’ ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για να μπει μέσα.
Η
εντολή της αγάπης για τον πλησίον επομένως, όσο μεγάλη και δύσκολη κι αν μας
φαίνεται, είναι μόλις ένα μικρό νόμισμα που ζητάει ο Θεός από μας για να μας
φέρει πιο κοντά Του στην υπέροχη και πανένδοξη βασιλεία Του. Δε μας ζητάει να
τηρήσουμε την εντολή αυτή για να κερδίσουμε με την αξία μας τη Βασιλεία και την
υιοθεσία Του, αλλά μόνο να επιθυμήσουμε πάνω απ’ όλα τη Βασιλεία και την
υιοθεσία Του. Από μας ζητάει μόνο να πιστεύουμε τα λόγια Του και να υπακούμε
τον Κύριο Ιησού.
Από
ποιά άποψη ο Αδάμ ήταν άξιος για τον Παράδεισο; Από καμία. Ο Παράδεισος του
δόθηκε από την αγάπη του Θεού. Τί έκανε τον Αδάμ να παραμείνει στον Παράδεισο
ως την πτώση του; Η υπακοή του στο Θεό, μόνο η υπακοή του. Όταν όμως ο ίδιος κι
η σύζυγός του άρχισαν ν’ αμφισβητούν την εντολή του Θεού, και μόνο η
αμφισβήτηση αυτή παραβίασε την εντολή κι έπεσε στη θανάσιμη αμαρτία της
παρακοής.
***
Στη
Νέα Κτίση ο Κύριος Ιησούς ζητάει από μας το ίδιο πράγμα που ζήτησε από τον Αδάμ
και την Εύα στον Παράδεισο: πίστη και υπακοή. Πίστη πως κάθε εντολή που μας
έδωσε, είναι για τη σωτηρία μας· απροϋπόθετη υπακοή σε κάθε μία από τις εντολές
Του. Μας έδωσε όλες τις εντολές, μαζί κι αυτήν για ν’ αγαπάμε τους εχθρούς μας,
για νά ‘χουμε πίστη στα λόγια Του και υπακοή. Αν κάποια από τις εντολές Του δεν
ήταν καλή και δεν υπηρετούσε τη σωτηρία μας, δε θα μας την έδινε. Εκείνος ήξερε
πολύ καλύτερα αν η εντολή αυτή ήταν φυσική ή αφύσικη, δυνατή ή αδύνατη. Το πιο
σπουδαίο πράγμα για μας είναι πως ο Θεός μας έδωσε την εντολή αυτή κι εμείς, αν
θέλουμε το καλό μας, πρέπει να την τηρήσουμε. Όπως ο άρρωστος παίρνει το
φάρμακο από το χέρι του γιατρού με πίστη και κάνει υπακοή, είτε το φάρμακο
είναι γλυκό είτε πικρό, έτσι κι εμείς, αδύναμοι από την αμαρτία και με
σκοτισμένο νου, πρέπει να τηρούμε με πίστη κι υπακοή όλες τις εντολές που μας
έδωσε ο καλός Ιατρός των ψυχών μας και Κύριος της ζωής μας, Ιησούς Χριστός, ο
Υιός του Θεού του ζώντος.
======================================
ΟΜΙΛΙΑ Γ’’
ΔΙΔΆΓΜΑΤΑ ΖΩΗΣ
Αυτός
που έπλασε μόνος τις καρδιές μας και παρατηρεί όλα τα έργα μας, αυτός ο οποίος
ενεφανίσθη σε εμάς με σάρκα και μας ηξίωσε να γίνει διδάσκαλός μας, ζητεί τώρα
από εμάς αυτά που παρεφθάρησαν, για να τα αναπλάσει, εκείνα ακριβώς που ενέβαλε
στις ψυχές μας όταν στην αρχή μας έπλασε. Διότι απ’ αρχής μας έπλασε
καταλλήλους για τη μέλλουσα διδασκαλία, και ύστερα έδωσε τη διδασκαλία την
κατάλληλη προς την αρχικήν πλάση. Δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ανακαθάρει την
ωραιότητα του πλάσματος, που είχεν αμαυρωθεί με την πρόσληψη της αμαρτίας. Αυτό
δεικνύει με τον καλλίτερο τρόπον η σήμερα αναγινωσκομένη, και προβαλλομένη από
εμάς προς ερμηνείαν περικοπή του Ευαγγελίου: «Καθώς θέλετε», λέγει, «ίνα
ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Καλώς προείπεν ο
Προφήτης Ησαίας ότι «λόγον συντετμημένον δώσει Κύριος επί της γης». Πράγματι,
σε αυτόν τον ένα και σύντομο λόγο συμπεριέλαβε κάθε αρετήν, κάθε εντολήν,
σχεδόν κάθε καλήν πράξη και γνώμη. Γι’ αυτό και κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον,
αφού προέταξε αυτό ο Κύριος, προσέθεσε «ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι
προφήται». Πράγματι, σε άλλο σημείον, συγκεφαλαιώνοντας, είπεν ότι σε δύο
εντολές, στην προς τον Θεόν και προς τον πλησίον αγάπη «κρέμανται όλος ο νόμος
και οι προφήται».
Τώρα
όμως συνήγαγε τα πάντα σε ένα, και συμπεριέλαβε όχι μόνον την κατά τον νόμον
και τους προφήτες αρετήν, αλλά και κάθε αγαθοεργίαν γενικώς μεταξύ των
ανθρώπων. Διότι τώρα νομοθετεί όχι σε ένα γένος μόνον, αλλά σε όλη την
οικουμένη, ή μάλλον σε όσους συνδέονται με αυτόν δια της πίστεως, από κάθε
έθνος κάτω από τον ουρανόν.
Και μάλιστα, όχι μόνο συμπεριέλαβε, αλλά και έδειξε ότι κάθε μία από τις
εντολές που εδόθησαν από Αυτόν υπάρχει έμφυτος μέσα μας. Πράγματι, αυτό είναι
που και ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλλει λέγοντας: «αποθέμενοι πάσαν
ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, εν πραότητι δέξασθε τον έμφυτον λόγον τον
δυνάμενον σώσαι τας ψυχάς υμών». Αυτό μας το είχε διακηρύξει ο Θεός και με τον
Προφήτην Ιερεμία, λέγοντας: «διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην καινήν, διδούς νόμους
μου εις διάνοιαν αυτών». Διότι το να έχωμε εκουσίαν γνώμην είναι ιδιότης της
διανοίας. Αφού λοιπόν ο Κύριος έδειξε ότι κατ’ αυτόν τον έμφυτον νόμον έχουν
αναγραφεί τώρα όλα τα ευαγγελικά παραγγέλματα, προστάζει και νομοθετεί να
πολιτευώμεθα σύμφωνα με αυτά, διότι ενέβαλε την γνώση του πρακτέου μέσα στη
φύση μας, ως φιλάγαθος και φιλάνθρωπος που είναι. Μάλιστα ο Κύριος, με την
κεφαλαιώδη αυτήν παραίνεση, το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και
υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», έδειξεν ότι κάθε ευαγγελική εντολή είναι όχι
μόνον έμφυτος αλλά και δικαία και εύκολος και συμφέρουσα, και επίσης εύληπτος
σε όλους και ευνόητος από μόνη της.
Τι
δηλαδή, δεν γνωρίζεις ότι το να οργίζεσαι εναντίον του αδελφού και να τον
προσβάλλεις και μάλιστα χωρίς λόγον είναι κακόν; Και πώς εσύ δεν θέλεις να
υποστείς την οργήν και την προσβολήν του, και ούτε καν μετά από σκέψη φθάνεις
σ’ αυτήν την γνώμην, αλλά αμέσως δυσανασχετείς προς την εναντίον σου κινουμένην
οργήν και προσβολήν, και με κάθε τρόπον την αποφεύγεις μη καταδεχόμενος αυτήν,
οπωσδήποτε ως κακήν, ως άθεσμον, ως ασύμφορον; Έτσι θεωρείς και την προς την
σύζυγό σου εμπαθή και περίεργον θέαν από κάποιον άλλον. Έτσι επίσης, όχι μόνον
το εναντίον σου, αλλά και το προς εσέ για οποιονδήποτε λεγόμενον ψεύδος. Και
γενικώς, αυτήν την εσωτερικήν στάση κρατούμε απέναντι σε κάθε τι απηγορευμένον
από την ευαγγελικήν εντολήν. Τι πρέπει να ειπούμε περί όλων των αμαρτωλών
πράξεων που έχουν προαπαγορευθεί από τον παλαιόν νόμον, του φόνου, της
μοιχείας, της επιορκίας, της αδικίας και των ομοίων; Ακόμη δε και περί των
αντιθέτων από αυτά αρετών, και πώς μας αρέσουν αυτοί που τις χρησιμοποιούν υπέρ
ημών; Βλέπεις ότι και γνωρίζεις από μόνος σου κάθε εντολήν, και την κρίνεις ως
δικαίαν και συμφέρουσα; Και όχι μόνον αυτό αλλά και ως ευχερή; Διότι δεν θα
θεωρούσες πολύ αξιόμεμπτον αυτόν που θυμώνει ή ψεύδεται εναντίον σου ή σε
επιβουλεύεται με άλλον τρόπο, εάν ενόμιζες ότι είναι δυσκατόρθωτον ή αδύνατον
το να απέχει εκείνος από αυτά.
Μη
λοιπόν, όταν μεν εσύ κακοπαθείς από άλλον, όταν υβρίζεσαι, εξαπατάσαι ή
ζημιώνεσαι, συνηγορείς υπέρ του εαυτού σου, ενώ όταν συ ο ίδιος υβρίζεις και
αδικείς και επιχειρείς να εξαπατήσεις τον πλησίον σου, τον καταδικάζεις μη
εξάγοντας την ιδίαν απόφαση για τα ίδια πράγματα. Αλλά να είσαι αντικειμενικός
κριτής, και εκείνα μεν που δεν θέλεις να παθαίνεις από άλλον ως κακά, με
κανέναν τρόπο να μην τα κάνεις στον άλλον, εκείνα δε τα αγαθά που ποθείς εσύ να
σου γίνωνται από τον άλλον, αυτά να του κάνεις και συ. Ζητείς κάτι από κάποιον,
βοήθειαν ίσως ή κάποιαν άλλην εξυπηρέτηση, και θέλεις οπωσδήποτε να την λάβεις,
επειδή το θεωρείς καλόν; Γιατί όχι; Όταν λοιπόν κάποιος άλλος σου ζητεί κάτι,
σπεύσε να του φερθείς φιλικώς, και να θεωρείς καλόν το να λάβει και εκείνος
κάτι εμπράκτως από σε. Αλλά ζητεί εκείνος από σε κάτι περισσότερον από όσα
έχεις; Δείξε με όσα έχεις ότι και αν είχες περισσότερα, θα του τα παρείχες.
Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγνώμης, και θεωρείς βαρύ και
ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και
συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκριση, βλέπε κάθε
άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου, και έτσι να αποφασίζεις και να ενεργείς, με αυτήν
την διάθεση. Γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού, λέγει ο κορυφαίος των
Αποστόλων Πέτρος, να αγαθοποιούμε φιμώνοντας την αγνωσίαν των αφρόνων ανθρώπων,
εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως, και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους
εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι,
πώς δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ίδια φύση, αυτός δεν
αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίση,
μολονότι ενυπάρχουν σ’ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο
να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν
μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να
έχωνε καλήν διάθεση προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σε
εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ’ εικόνα Του Αγαθού. Αλλά όταν εισήλθε μέσα
μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε,
αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν
των αρετών, την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν.
Όθεν
αυτός που ανακαινίζει την φύση μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος
της, δίδοντας τους ιδικούς Του νόμους, κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας,
λέγει: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς
ομοίως», και: «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι
αμαρτωλοί τούτο ποιούσι. Και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία
υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα
ίσα». Αμαρτωλούς εδώ ονομάζει όσους δεν φέρουν το όνομά Του, και όσους δεν
πολιτεύονται σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν Του. Τους απεκάλεσε όλους αυτούς με ένα
όνομα, δεικνύοντας με τον τρόπον αυτόν ότι δεν προκύπτει κανένα όφελος από το
να λεγώμεθα χριστιανοί, εάν με τα έργα μας δεν διαφέρωμε από τους εθνικούς.
Όπως δηλαδή έλεγεν ο μέγας Παύλος προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί, εάν
νόμον πράττεις. Εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν»,
έτσι και τώρα ο Χριστός λέγει σ’ εμάς δια του Ευαγγελίου, ότι σε σας τους
ιδικούς μου θα υπάρχει η χάρις που ενώνει με εμέ, εάν τηρήτε τις εντολές μου.
Εάν όμως πράττετε τα έργα των αμαρτωλών και τίποτε περισσότερον, Εάν λοιπόν
αγαπάτε δηλαδή αυτούς που σας αγαπούν και ευεργετήτε αυτούς που σας ευεργετούν,
δεν θα αποκτήσετε από αυτά καμμίαν παρρησία προς εμέ.
Και
δεν τα λέγει αυτά αποτρέποντάς μας από το να αγαπούμε αυτούς που μας αγαπούν,
και από το να ευεργετούμε αυτούς που μας ευεργετούν, και από το να δανείζωμε σε
αυτούς που πρόκειται να μας τα επιστρέψουν, αλλά φανερώνει ότι κανένα από αυτά
δεν έχει μισθόν, επειδή λαμβάνει εδώ την ανταπόδοση, και δεν φέρνει καμμίαν
χάρη στην ψυχήν ούτε την καθαρίζει από την αμαρτίαν που την έχει κηλιδώσει. Δεν
προξενούν λοιπόν αυτά, όταν υπάρχουν, κανένα κέρδος, καμμίαν ιδιαιτέραν χάρη
στην ψυχήν ως αιωνίαν ανταπόδοσιν, όταν όμως απουσιάζουν προξενούν πολλήν
κατάκρισιν και ζημίαν. Διότι αυτοί που δεν ανταγαπούν ούτε εκείνους που τους
αγαπούν και τους φροντίζουν, είναι χειρότεροι και από τους τελώνες και τους
αμαρτωλούς. Εκείνοι δε που με έργα και λόγους τους ανταμείβουν με τα αντίθετα,
πόσον περισσότερο κατακρίνονται; Τοιούτοι είναι και όσοι αφηνιάζουν προς τους
άρχοντες της πόλεως, μολονότι εκείνοι καθημερινώς καταβάλλουν γι’ αυτούς
σημαντικές φροντίδες, όσοι δεν αποδίδουν την εύνοιαν που αρμόζει στους βασιλείς
οι οποίοι ετάχθησαν από τον Θεόν, όσοι δεν ταπεινώνονται κάτω από την κραταιάν
χείρα του Θεού, αλλά απειθούν στην Εκκλησίαν του Χριστού, και αγανακτούν
ματαίως κατά των προστατών της Εκκλησίας, και μάλιστα την στιγμή που εκείνοι
καταβάλλουν τόσην προσπάθεια για το καλό τους, και θέλουν και εύχονται και
πράττουν με όλην τους την δύναμη κάθε αγαθόν και ωφέλιμο γι’ αυτούς.
Αλλά
και εκείνοι που δεν δανείζουν στους υποσχομένους να ανταποδώσουν τα ίσα και
εγκαίρως, αλλά απαιτούν τόκους και μάλιστα βαρείς και χωρίς αυτούς ούτε καν να
εμφανισθεί επιτρέπουν ο κήνσος και το αργύριον, είναι σχεδόν άνομοι και
χειρότεροι από τους αμαρτωλούς, αφού ούτε στον παλαιό νόμο πείθονται ούτε στην
νέαν Διαθήκην. Από αυτά, η μεν Διαθήκη μας προτρέπει να δανείζωμε και σε
εκείνους οι οποίοι δεν υπάρχει ελπίς να μας επιστρέψουν το δάνειον, ο δε
παλαιός νόμος λέγει «ουκ εκτοκιείς (να μην τοκίσεις δηλαδή) το αργύριόν σου»,
και επαινεί αυτόν που δεν δίδει τα χρήματά του με τόκο. Επίσης συνιστά να
αποφεύγωμε την πόλη, στις πλατείες της οποίας, δηλαδή φανερά, συνάπτονται
δάνεια με τόκον και δόλον. Βλέπετε ότι ο τοκογλύφος αφαιρεί όχι μόνον της ψυχής
του, αλλά και της πολιτείας την δόξα, διότι της προσάπτει κατηγορίαν
απανθρωπίας, και την αδικεί ολοκληρωτικά και σοβαρά; Διότι ενώ είναι ιδικός της
πολίτης, και όσα έχει τα απέκτησε από αυτήν, δεν τα χρησιμοποιεί προς όφελός
της. Σ’ αυτούς που δεν έχουν δεν θέλει να δανείζει, ενώ σε αυτούς που έχουν,
αλλά ολίγα, δίδει με τόκον, ώστε μαζί με το επάγγελμά τους να τους αφαιρέσει
και εκείνα τα ολίγα που έχουν.
Σπεύδει λοιπόν να πλουτίσει ο τοκιστής όχι τόσον με χρήματα όσον με αμαρτήματα,
καταστρέφοντας έτσι και την περιουσία του δανειζομένου, και την ιδικήν του
ψυχήν. Διότι οι τόκοι είναι σαν γεννήματα εχιδνών, τα οποία φωλιάζουν στους
κόλπους των φιλαργύρων, και προδηλώνουν ότι δεν θα διαφύγουν τους ακοιμήτους
σκώληκες που απειλούνται για τον μέλλοντα αιώνα. Εάν δε κάποιος από αυτούς
λέγει ότι, αφού δεν μου επιτρέπεις να λαμβάνω τόκους, θα κρατήσω κοντά μου το
αργύριον που μου περισσεύει, και δεν θα το διαθέσω σε όσους χρειάζονται
δανεικά, αυτός ας γνωρίζει ότι έχει μέσα του τις μητέρες των εχιδνών οι οποίες
θα του γίνουν μητέρες και των ακοιμήτων εκείνων σκωλήκων.
Γι’
αυτούς λοιπόν τους λόγους ο Κύριος, θέλοντας με κάθε τρόπον να μας απομακρύνει
από όλα αυτά τα κακά, παραγγέλλει να αγαπούμε και να αγαθοποιούμε και τους
εχθρούς και να δανείζωμε σ’ εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, χωρίς
να αποβλέπωμε σε τίποτε, διότι, λέγει, «έστω, ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε
υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Μη
νομίζεις, λέγει, ότι επειδή αγαθοποιείς αυτούς που σου φέρονται άσχημα, και
δίδεις σ’ εκείνους που δεν ανταποδίδουν, θα χάσεις τα ιδικά σου. Διότι τώρα
είναι καιρός σποράς και αγαθοεργίας, ο δε καιρός του καταλλήλου θερισμού είναι
ο μέλλων αιών.
Μην απελπισθείς λοιπόν για τον χρόνον που έχει ορισθεί μεταξύ σποράς και
θερισμού, αλλά γνώριζε ότι θα συγκομίσεις τα αγαθά σου πολλαπλάσια, όπως
απεναντίας και οι εδώ κακοποιούντες θα συγκομίσουν τα κακά που τους αρμόζουν.
Διότι ό,τι σπείρει κανείς εδώ, τα ανάλογα θα θερίσει εκεί, αλλά με μεγάλην
προσθήκη.
Εάν
λοιπόν εδώ ομοιώσεις τον εαυτόν σου δια των έργων με τον Υιόν του Θεού, και
αποδείξεις ότι είσαι καλός με όλους, όπως και Εκείνος είναι προς όλους αγαθός,
θα λάβεις εκεί με επαύξηση την προς Αυτόν ομοίωση, περιλαμπόμενος με το φως της
δόξης του Υψίστου, και συζών αιωνίως με εκείνους για τους οποίους ο Χριστός θα
είναι «ο Θεός εν μέσω θεών», και θα διαμοιράζει τα αξιώματα της αϊδίου
μακαριότητος. Διότι αυτό εδήλωσε με την προσθήκη: «και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι
αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Πράγματι, γι’ αυτό και ο
Υιός του Θεού, αφού έκλινεν ουρανούς, κατήλθε στην γη και έγινεν υιός ανθρώπου
και είπε και έπραξε όλα αυτά, και τέλος αφού έπαθεν απέθανεν υπέρ ημών και
ανέστη και ανήλθε πάλι στους ουρανούς για να μας κάνει ουρανίους και αθανάτους
και υιούς Θεού. Ώστε αυτά που απαιτεί τώρα από εμάς, το να αγαπούμε τους
εχθρούς, να αγαθοποιούμε, να δανείζωμε σε εκείνους που δεν έχουν να μας
ανταποδώσουν, δεν είναι μόνον οφειλόμενα και συμφέροντα για μας, όπως
προαπεδείχθη, αλλά και μικρά είναι συγκρινόμενα με όσα δίδονται από Εκείνον.
Διότι αυτός μεν έδωσε τον εαυτόν του υπέρ ημών, οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαμε
τίποτε να του ανταποδώσωμε, αλλά και είχαμε φανεί με πολλούς τρόπους αχάριστοι
και πονηροί προηγουμένως. Εμάς όμως μας προτρέπει να δανείζωμε από το
περίσσευμα, και να αγαθοποιούμε από όσα έχουμε στην διάθεσή μας. Ποία και πόσα;
Και για αυτά ακόμη τα μικρά μας ανταποδίδει την προς αυτόν ομοιότητα και την
υψίστην υιοθεσία και τους ουρανίους μισθούς, λέγοντας: «γίνεσθε οικτίρμονες ότι
και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς οικτίρμων εστί». Μεθ’ ου αυτώ πρέπει δόξα
συν αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Τού Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του
Παλαμά,
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου