Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1-11-2026 === Τού πλουσίου καί του Λαζάρου

 Ε.Ι.Π.Α.Σ.













                                        Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α´.

Τὸν συνάναρχον Λόγον Πατρὶ καὶ Πνεύματι, τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα εἰς σωτηρίαν ἡμῶν, ἀνυμνήσωμεν πιστοὶ καὶ προσκυνήσωμεν, ὅτι ηὐδόκησε σαρκί, ἀνελθεῖν ἐν τῷ σταυρῶ, καὶ θάνατον ὑπομεῖναι, καὶ ἐγεῖραι τοὺς τεθνεώτας, ἐν τῇ ἐνδόξω Ἀναστάσει αὐτοῦ.

 

                                          Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ΄.

 Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

 

                              Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἁγίου τοῦ Ναοῦ

 

                                         Κοντάκιον Ἦχος β΄

Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς

κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε. Τρισά


===============================


† ΚΥΡΙΑΚΗ ΚΒ΄ (Ε΄ ΛΟΥΚΑ). Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ τῶν ἀναργύρων καὶ τῆς μητρὸς αὐτῶν Θεοδότης. Δαυὶδ ὁσίου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ (ιϛ΄ αἰ.), Ἰακώβου ἱερομάρτυρος τοῦ ἐν Αἰτωλίᾳ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

 

                     ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

                           ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΒ´ 27 - 31

27 Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. 28 Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ Θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. 29 μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; μὴ πάντες δυνάμεις; 30 μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; μὴ πάντες διερμηνεύουσι; 31 ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείτονα. καὶ ἔτι καθ’ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι.

                               ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΓ´ 1 - 7

1 Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. 2 καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. 3 καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. 4 Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, 5 οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, 6 οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· 7 πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει.

                                               ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

                                        ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΒ´ 27 - 31

27 Σεις, λοιπόν, οι Χριστιανοί είσθε σώμα Χριστού και ο καθένας σας είναι επί μέρους μέλος, που κατέχει την ταιριαστήν θέσιν δι' αυτόν και δι' ολον το σώμα. 28 Και άλλους μεν έθεσεν ο Θεός εις την Εκκλησίαν του πρώτον μεν αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους· έπειτα άλλους τους έθεσε εις αναλόγους θέσεις και τους έδωσε την δύναμιν να κάνουν θαύματα, άλλους ώρισε να έχουν χαρίσματα εις θεραπείαν ασθενειών, εις άλλους έδωσε χαρίσματα φροντίδος και επιμελείας δια τους πτωχούς και πάσχοντας, χαρίσματα διοικητικά εις την Εκκλησίαν, χαρίσματα διαφόρων γλωσσών. (Ο καθένας κατά την ικανότητα του έχει λάβει από τον Θεόν το χάρισμά του και την θέσιν του). 29 Μηπως όλοι είναι απόστολοι; Μηπως όλοι είναι προφήται; Μηπως όλοι είναι διδάσκαλοι; Μηπως όλοι έχουν θαυματουργικάς δυνάμεις; 30 Μηπως όλοι έχουν χαρίσματα θεραπείας ασθενειών; Μηπως όλοι ομιλούν γλώσσας; Μηπως όλοι έχουν το χάρισμα να ενοούν και να ερμηνεύουν ξένας γλώσσας; 31 Ολα βέβαια αυτά τα θεόσδοτα χαρίσματα έχουν την αξίαν των. Να επιθυμήτε όμως σεις με ζήλον και να προσπαθήτε να αποκτήσετε τα χαρίσματα τα ακόμη καλύτερα. Και σας δείχνω ακόμη ένα εξαίρετον δρόμον, ένα υπέροχον μέσον, δια να αποκτήσετε τα μεγάλα χαρίσματα. Και αυτό είναι η αγάπη.

                                 ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' ΙΓ´ 1 - 7

1 Εάν υποτεθή, ότι έχω τέτοια ικανότητα, ώστε να εννοώ και να ομιλώ τας γλώσσας των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπην, έχω γίνει χαλκός που ηχολογάει η κύμβαλον που αλαλάζει χωρίς να αναδίδη κανένα μουσικόν φθόγγον. 2 Και εάν έχω το χάρισμα της προφητείας και γνωρίζω όλα τα άγνωστα και απόκρυφα μυστήρια και όλην την γνώσιν, που ημπορεί να χωρέση ποτέ ανθρωπίνη διάνοια, και εάν έχω την πίστιν εις όλην της την πληρότητα, ώστε με την δύναμίν της να μετακινώ βουνά, δεν έχω όμως αγάπην, δεν είμαι τίποτε. 3 Και εάν διαθέσω όλα μου τα υπάρχοντα, δια να αγοράσω ψωμιά και θρέψω με τα ίδια μου τα χέρια τους πεινώντας, και εάν παραδώσω το σώμα μου να καή εις την φωτιά, αλλά δεν έχω αγάπην, τίποτε δεν ωφελούμαι. 4 Η αγάπη δείχνει μεγαλοψυχίαν και ανεκτικότητα, είναι ευεργετική και εξυπηρετική. Η αγάπη δεν ζηλεύει και δεν φθονεί. Η αγάπη δεν φέρεται με αλαζονείαν και αυθάδειαν, δεν υπερηφανεύεται και δεν ξιππάζεται. 5 Δεν κάμνει ποτέ τίποτε το απρεπές και άκοσμον, δεν ζητεί εγωϊστικώς τα ιδικά της συμφέροντα, δεν εξερεθίζεται εναντίον του άλλου, δεν βάζει ποτέ κακό στον νου της εναντίον του πλησίον και δεν θέλει να ενθυμήται το κακόν που της έχει κάμει ο άλλος. 6 Δεν χαίρει, όταν βλέπη να γίνεται κάτι το άδικον, και αν ακόμη με αυτό εξυπηρετούνται τα συμφέροντά της, χαίρει δε όταν βλέπη να επικρατή η αλήθεια. 7 Σκεπάζει και υποφέρει και δικαιολογεί όλα τα μειονεκτήματα και τα ελατώματα του πλησίον, διότι δεν θέλει ποτέ τον εξευτελισμόν του. Πιστεύει και δέχεται με εμπιστοσύνην κάθε τι καλόν δια τον πλησίον. Τα πάντα και πάντοτε ελπίζει δια την διόρθωσιν των παρεκτρεπομένων. Εις όλα δεικνύει υπομονήν απέναντι του πλησίον.

 

 

================================

                   ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

                                     ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙϚ´ 19 - 31

19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

                                             ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

19 Ειδικώτερα δε δια τον πλούτον ακούσατε και αυτήν την παραβολήν· Ενας άνθρωπος ήτο πλούσιος και εφορούσε κόκκινον πανάκριβον ένδυμα και λευκόν, λινόν πολυτελή χιτώνα. Και κάθε ημέρα ηυφραίνετο με πολυδάπανα λαμπρά συμπόσια. 20 Εζούσε δε τότε και κάποιος πτωχός ονάματι Λαζαρος, ο όποιος ήτο παραπεταμένος κοντά εις την μεγάλην εξώπορτα του πλουσίου, γεμάτος από πληγάς. 21 Και αυτός επιθυμούσε να χορτάση την πείνα του από τα ψίχουλα, που έπιπταν από το τραπέζι του πλουσίου. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, οι σκύλοι έγλειφαν τας πληγάς του γυμνού σχεδόν σώματός του. 22 Συνέβη δε να πεθάνη ο πτωχός και να μεταφερθή από τους αγγέλους εις τας αγκάλας του Αβραάμ, στον παράδεισον δηλαδή όπου ο Αβραάμ μαζή με τους δικαίους αναπαύονται και ευφραίνονται. Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη με πολλήν μεγαλοπρέπειαν. Η ψυχή του όμως κατέβηκε στον Αδην. 23 Και στον Αδην όπου εβασανίζετο, εσήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακρυά και τον Λαζαρον εις τας αγκάλας του. 24 Και αυτός, που τόσην αδιαφορίαν και σκληρότητα είχε δείξει, όταν ζούσε εις την γην, εφώναξε τώρα και είπε· Πατερ Αβραάμ, σπλαγχνίσου με και στείλε τον Λαζαρον να βρέξη την άκρη από το δάκτυλο του στο νερό και να δροσίση την γλώσσαν μου, διότι πονώ φοβερά μέσα εις την βασανιστικήν αυτήν φλόγα του Αδου. 25 Είπε δε ο Αβραάμ· Τεκνον, θυμήσου, ότι συ απήλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου εις την ζωήν σου και ο Λαζαρος ομοίως εδοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθενείας. Τωρα δε αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνετε δια την υπομονήν, που έδειξε στον καιρόν της θλίψεώς του, συ δε κατά λόγον δικαιοσύνης βασανίζεσαι δια την φιλαυτίαν σου και την σκληρότητα της καρδίας σου. 26 Και επί πλέον μεταξύ του τόπου, που είμεθα ημείς, και του τόπου που είσθε σεις, έχει στηριχθή μέγα και ανυπέρβλητον χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ εις σας να μη ημπορούν ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην ημπορούν να περάσουν προς ημάς. 27 Είπε δε ο πλούσιος· Τοτε σε παρακαλώ, πάτερ, να στείλης τον Λαζαρον στο πατρικό μου σπίτι, 28 διότι έχω εκεί πέντε αδελφούς, στείλε τον να τους διαβεβαιώση δι' αυτά που συμβαίνουν εδώ, ώστε να μη καταντήσουν και αυτοί στον τόπον τούτον των βασάνων. 29 Λεγει εις αυτόν ο Αβραάμ· Εχουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας· ας ακούσουν αυτών τας μαρτυρίας. 30 Εκείνος δε είπε· όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα προσέξουν την μαρτυρίαν του Μωϋσέως και των προφητών. Αλλά εάν κανείς από τους πεθαμένους υπάγη προς αυτούς, θα μετανοήσουν. 31 Είπε δε εις αυτόν ο Αβραάμ· εάν δεν ακούσουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας, δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθή κάποιος εκ νεκρών”. (Οταν λείπη η καλή διάθεσις ούτε και το μεγαλύτερον θαύμα ημπορεί να οδηγήση εις πίστιν και μετάνοιαν).

 

 

================================

                                Ἑωθινόν ΙΑ´
                                 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΑ´ 15 - 25

15 Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. 16 λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. 17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου. 18 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. 19 τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 20 ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; 21 τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; 22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. 23 ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ’ Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; 24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. 25 ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

                                    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

15 Αφού, λοιπόν, επήραν το πρωϊνό τους φαγητό, λέγει στον Σιμωνα Πετρον ο Ιησούς· “Σιμων, παιδί του Ιωνά, με αγαπάς περισσότερο από αυτούς, όπως είχες ισχυρισθή κατά την νύκτα της συλλήψεώς μου;” Ο Πετρος, χωρίς τώρα να υποτιμήση την αγάπην των άλλων μαθητών, με ταπεινοφροσύνην πολλήν λέγει· “ναι, Κυριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ”. Του λέγει ο Ιησούς· “βόσκε τα λογικά αρνιά μου της πνευματικής μου ποίμνης. (Διδαξε την αλήθειαν στους καλοπροαιρέτους ανθρώπους, που θα γίνουν μέλη της Εκκλησίας μου· θρέψε τους και ανάθρεψέ τους με την χάριν των μυστηρίων)”. 16 Λεγει εις αυτόν πάλιν δευτέραν φοράν ο Κυριος· “Σιμων, παιδί του Ιωνά, με αγαπάς;” Λεγει εις αυτόν ο Πετρος· “ναι, Κυριε, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ”. Του λέγει· “ποίμαινε τα λογικά μου πρόβατα”. 17 Λεγει εις αυτόν τρίτην φοράν ο Κυριος· “Σιμων, υιέ του Ιωνά, με αγαπάς;” Ο Πετρος ελυπήθηκε, διότι τρεις φορές του είπε ο Ιησούς, “αγαπάς με;” επειδή ενόμισε ότι αμφέβαλλεν ο Κυριος δια την αγάπην του, και του είπε· “Κυριε, συ γνωρίζεις τα πάντα, συ γνωρίζεις ότι σε αγαπώ”. Και έπειτα από την τριπλήν αυτήν ομολογίαν (που έσβησε οριστικά πλέον την τριπλήν του άρνησιν και τον αποκατέστησε στο αποστολικόν του αξίωμα), ο Κυριος του λέγει· “βόσκε τα πρόβατά μου”. 18 Και πληροφορών αυτόν ο Κυριος, ότι θα μείνη πλέον πιστός μέχρι θανάτου, του λέγει· “σε διαβεβαιώνω και σε πληροφορώ, ότι όταν ήσουν νεώτερος έζωνες τον εαυτόν σου και επήγαινες, όπου ήθελες. Οταν όμως γηράσης θα απλώσης τα χέρια σου και άλλος θα σε ζώση και θα σε φέρη εκεί, όπου δεν θέλεις· (θα σε οδηγήση δηλαδή εις σκληρόν μαρτύριον, το οποίον θα δεχθής, παρά την φυσικήν αποστροφήν προς τον θάνατον)”. 19 Είπε δε αυτά τα λόγια ο Κυριος δηλώνων, με ποίον θάνατον έμελλε να δοξάση ο Πετρος τον Θεόν. Και αφού είπε τούτο ο Κυριος του λέγει· “ακολούθησε με”. 20 Καθώς δε επροχωρούσαν, εγύρισε ο Πετρος πίσω την κεφαλήν και βλέπει τον μαθητήν, που αγαπούσε ο Ιησούς, να τους ακολουθή. Ο μαθητής αυτός ήτο εκείνος, που είχε πέσει κατά τον μυστικόν δείπνον στο στήθος του Ιησού και είπε· “Κυριε, ποιός είναι αυτός που θα σε παραδώση;” 21 Αυτόν όταν τον είδε ο Πετρος, λέγει στον Ιησούν· “Κυριε, αυτός τι θα γίνη; Τι θα του συμβή στο μέλλον;” 22 Λεγει ο Ιησούς στον Πετρον· “εάν εγώ θέλω να μένη αυτός εις την ζωήν, έως ότου θα έλθω πάλιν κατά την δευτέραν παρουσίαν, τι σε ενδιαφέρει αυτό; Τι έχεις να ωφεληθής από απόψεως πνευματικής, εάν μάθης τι θα γίνη με τον μαθητήν αυτόν; Συ ακολούθησέ με και φρόντισε δια τον εαυτόν σου, δι' αυτά που σου λέγω εγώ και που αφορούν εσέ”. 23 Διαδόθηκε λοιπόν η φήμη αυτή μεταξύ των αδελφών, ότι ο μαθητής εκείνος δεν πεθαίνει. Και δεν είπεν στον Πετρον ο Ιησούς ότι ο μαθητής αυτός δεν πεθαίνει, αλλά εάν υποθέσωμεν, ότι θέλω να μένη αυτός εις την ζωήν, μέχρις ότου έλθω, αυτό τι ενδιαφέρει εσένα; 24 Αυτός είναι ο μαθητής εκείνος, που δίδει την μαρτυρίαν δι' όλα αυτά και που τα έγραψεν στο Ευγγέλιόν του. Και γνωρίζομεν καλά ότι είναι αληθινή η μαρτυρία του. 25 Υπάρχουν δε και πολλά άλλα, όσα έκαμεν ο Ιησούς, τα οποία εάν ήθελαν γραφή ένα προς ένα, νομίζω ότι ολόκληρος ο κόσμος με τας βιβλιοθήκας του δε θα εχωρούσε τα βιβλία, που θα εγράφοντο. Πράγματι”.


====================================

                          ΛΟΓΟΣ  Α’’

      Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΤΩΧΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

 Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία προφητικά ταιριάζει ἀπόλυτα μὲ τὸ σήμερα, ἔρχεται νά βάλει τά πράγματα στή θέση τους. Καί ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀναίρεση τοῦ πιστεύματος ὅτι βασική προτεραιότητα καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο γιά τήν εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πλοῦτος.

Μιλᾶ γιά τόν ἀνώνυμο πλούσιο καί τόν φτωχό Λάζαρο, ὄχι γιά νά κατακρίνει τόν πλοῦτο ἤ νά ὑποτιμήσει καί καταδικάσει τούς πλούσιους, ἀλλά γιά νά καταδείξει πού καταντᾶ τόν ἄνθρωπο ἡ ἐσφαλμένη θεώρηση τῆς ζωῆς καί ἡ ὑποταγή σέ θελκτικές, πλήν αὐτοκαταστροφικές ἐπιθυμίες. Ἔτσι, στόχος τῆς παραβολῆς καθίστανται ὅλοι, πλούσιοι καί φτωχοί, ὅταν ἐνεργοῦν ἔχοντας ὡς ἀπόλυτη προτεραιότητα τους τήν προσήλωσή τους στά ὑλικά ἀγαθά, ἀσχέτως τοῦ ἄν τά ἔχουν ἀποκτήσει.

Τό Εὐαγγέλιο ὑπάρχει γιά νά διατρανώνει τήν Ἀλήθεια, νά κηρύττει ὅ,τι τό ἀψευδές στόμα τοῦ Χριστοῦ μας, ἀποκάλυψε στήν ἀνθρωπότητα ὡς γνώση ὑπερφυά, πού κατατείνει στήν ἐλευθερία καί ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στή σωτηρία. Γι' αὐτό καί ἀναφέρεται στόν βύσσο τοῦ πλουσίου, τό πολυτελές δηλαδή μεταξωτό ροῦχο πού φοροῦσε κάτω ἀπό τήν πορφύρα, γιά νά τό σχίσει καί ν' ἀποκαλύψει τήν ἄβυσσο πού αὐτό καλύπτει. Ὅλοι θαύμαζαν τόν βύσσο, ὅλοι θαμπωμένοι προσκυνοῦσαν ἐκεῖνον πού τόν φοροῦσε, σ' ἕνα ἀνελεύθερο, παράλογο καί ὑποκριτικό προσκύνημα. Διότι κανείς δέν ἐκτιμοῦσε ἐκεῖνον πού φοροῦσε τόν βύσσο, παρά μόνο γιά τόν βύσσο.

            Στήν ἄβυσσο ὁ πλούσιος βασανίζεται ἀπελπιστικά. Καί τοῦτο διότι τίποτε ἀπό τά ὅσα εἶχε ἀγαπήσει δέν τόν συνοδεύει στήν αἰωνιότητα. Καί τότε στρέφεται σέ ἕναν ἄλλον πλούσιο, τόν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε τελείως ἄλλη θεώρηση γιά τόν πλοῦτο, ἄλλες προτεραιότητες κι ἄλλες ἐπιθυμίες στή ζωή του. Κι ὁ πλούσιος Ἀβραάμ διδάσκει ὑποθῆκες ζωῆς, οἱ ὁποῖες στόν μέν πλούσιο τῆς παραβολῆς εἶναι πλέον περιττές, ἱκανές μόνον νά ἀποστομώνουν τήν ὅποια διεκδίκησή του, γιά ἐμᾶς ὅμως, πού ἀκόμη ἀγωνιζόμαστε στόν στίβο τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἀποτελοῦν ὁδοδεῖκτες στήν πορεία μας γιά μιά ζωή ἀληθινή, γνήσια καί οὐσιαστική.

            Σέ μιά ὄψιμη ἐπίδειξη ἐνδιαφέροντος ὁ πλούσιος παρακαλεῖ τόν Πατριάρχη Ἀβραάμ νά στείλει τόν Λάζαρο πίσω στή ζωή αὐτή, γιά νά προειδοποιήσει τά ἀδέλφια του πού ζοῦσαν παρόμοια, ἀσήμαντη ζωή. Θαυμαστό τό ὅτι ἐπιμένει νά ἀντιμετωπίζει τόν Λάζαρο ὑποτιμητικά, ὡς δεχόμενο ἐντολές μέ τήν ὑποχρέωση νά τίς ἐκτελέσει.

Καί ἀπαντᾶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραάμ ‘’Ἔχουν τόν νόμο καί τούς Προφῆτες. Ἐάν δέν ἀκούσουν αὐτούς, οὔτε ἐάν κατέβη κάποιος ἀπό τόν οὐρανό θά πιστέψουν.   


                                                  

                                        ΛΟΓΟΣ  Β’’

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΤΩΧΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

                              Τι ζηλεύουμε; Τι επιθυμούμε;

                            Τι ζηλεύουν οι άνθρωποι; Τι επιθυμούν;

Να έχουν υγεία, πλούτη, καλό φαγητό, διασκέδαση. Και να έχουν τη δυνατότητα να κάνουν εντύπωση στους άλλους. Αυτό είναι το φρόνημα που αναπτύσσεται μέσα μας. Μας αρέσει ακόμη κάνοντας εντύπωση, να «σκάζουμε» τους άλλους, σαν πιο επιτυχημένοι από αυτούς.

Ο Χριστός μάς λέγει, ότι έχοντας τέτοια μυαλά κάνουμε λάθος. Και μας διηγείται την παραβολή του πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου.

Ο πλούσιος είχε όλα εκείνα τα καλά, για τα οποία όσοι δεν διαθέτουν πνευματικά κριτήρια, θα μπορούσαν να τον ζηλεύουν και να τον καλοτυχίζουν. Ο φτωχός Λάζαρος ήταν τόσο ταλαίπωρος, που μόνο τον λυπούνταν. Κανείς δεν του έδινε σημασία. Και πρώτος απ’ όλους ο πλούσιος, έξω από το σπίτι τού οποίου ήταν ριγμένος.

                                       Σύντομα άλλαξε το σκηνικό

Αλλά μια και η πρόσκαιρη ζωή φεύγει πολύ γρήγορα, ήλθε η ώρα που πέθαναν και οι δυο. Όμως στη ζωή πέρα από τον τάφο, τα πράγματα γύρισαν ανάποδα. Ο φτωχός Λάζαρος ζει στην αγκαλιά του Αβραάμ. Είναι στον Παράδεισο. Ο πλούσιος βρίσκεται στην κόλαση και υποφέρει. Υποφέρει τόσο, όσο δεν μπορεί να υποφέρει ποτέ άνθρωπος πάνω στη γη. Είναι τόσο φτωχός, που ζητά μια σταγόνα νερό. Είδατε ποτέ άνθρωπο σε τέτοια δυστυχία; Τι θέλει να μας πει το Ευαγγέλιο;

-Προσέξτε! Λέτε ότι έχουν μεγάλη αξία τα επίγεια αγαθά. Το καλό σπίτι, το καλό φαΐ, τα ωραία ρούχα, η διασκέδαση, τα πολλά χρήματα... Βέβαια για τον κόσμο αυτό, για την επίγεια ζωή, έχουν αξία. Αλλά η αξία που έχουν, ακόμη και για την εδώ ζωή μας, είναι κάτι το σχετικό. Να γιατί:

Αρρωσταίνεις και δεν μπορείς να απολαύσεις τίποτε.

Έχεις κρεββάτι, και δεν μπορείς να κλείσεις μάτι από τον πόνο.

Έχεις χρήματα, μα δεν μπορείς να βάλεις στο στόμα σου μπουκιά.

Ξοδεύεις στους γιατρούς και κανείς δεν μπορεί να σε κάνει καλά.

Ας αφήσουμε που καμιά φορά σου έρχεται μια δυστυχία, και λες: να τα βράσω όλα αυτά που μάζευα. Ρώτησαν κάποιο μεγαλοεφοπλιστή, όταν πέθανε ο γιός του.

-Πώς αισθάνεσαι;

-Είμαι ο φτωχότερος άνθρωπος στον κόσμο!

Ποιος δεν το αισθάνεται όταν χάσει το παιδί του; Να μου έλειπαν όλα. Να ‘χα το παιδί μου και να ζούσαμε φτωχοί.

                                                Η καλύτερη ευχή

 Είναι και κάτι άλλο ακόμη, πιο σοβαρό: Τα «μέσα» αξίζουν πιο πολύ από τα «έξω». Η ψυχή, ο ψυχικός πλούτος, αξίζει πιο πολύ από τα ρούχα και την υγεία. Ποιος αμφιβάλλει; Αν μπορείς, κάνε παρέα με άνθρωπο που έχει κακότητα, φθόνο, ζήλεια. Όσο όμορφος και όσο πλούσιος και αν είναι, θα τον μισήσεις. Δεν θα θέλεις ούτε να τον δεις. Αυτά όμως μας λένε ότι τα «έσω», τα αληθινά όμορφα «έσω», που τα ζηλεύουμε στον άλλο, πρέπει να τα επιθυμούμε πιο πολύ για τον εαυτό μας.

Όταν λοιπόν μας λένε «καλή ψυχή», να μη στενοχωριόμαστε, αλλά να χοροπηδάμε από χαρά. Γιατί την «καλή ψυχή» την φτιάχνουμε εδώ με τον κόπο μας. Με τον αγώνα μας. Με καλά έργα. Με καλά αισθήματα. Κι όταν φτιάξουμε καλή την ψυχή μας, τότε πηγαίνει στην αγκαλιά τού Αβραάμ. Και οι πλούσιοι, τύπου πλούσιου του σημερινού Ευαγγελίου ή των σημερινών μεγαλοκαρχαριών του πλούτου, την βλέπουν την αγκαλιά τού Αβραάμ, την ζηλεύουν και λένε:

-Μια σταγόνα νερό. Μια σταγόνα νερό να δροσίσει το στόμα μου από την φωτιά που με καίει.

Ανάποδα τα πράγματα στο χώρο τής πίστης. Τα «άνω» «κάτω» και τα «κάτω» «άνω». Ανάποδα ακόμη και με την δική μας λογική. Προπαντός όμως με του Θεού την λογική.

Και η λογική του Θεού μάς λέει: «Μην αφήνετε τον εαυτό σας στον στραβό δρόμο. Κάνετε μεταβολή. Αλλάξτε μυαλά. Αγωνιστείτε να είστε ευάρεστοι στον Θεό, να έχετε καλή ψυχή».

                                              Πώς γίνεται καλή η ψυχή;

 Πώς όμως γίνεται καλή η ψυχή; Λέει ένας άγιος: Όταν αφήνεις τον εαυτό σου να έχει αδυναμία έστω στο απλούστερο πράγμα, στο καλό φαγητό ας πούμε, και γίνεις δούλος της κοιλιάς, φτάνεις σε πλήθος κακών. Άμα το φιλοσοφήσεις, διαπιστώνεις ότι η κοιλιά σου, έγινε τύραννος. Διαστρέφει την συμπεριφορά σου και σου καταστρέφει τη ζωή. Όταν κάποιος, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συγκρατηθεί και να νηστέψει τη Μεγάλη Παρασκευή; Και γιατί μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή; Κάθε Παρασκευή δεν τιμάμε την σταύρωση του Χριστού με τη νηστεία μας; Ο Χριστός σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας. Εμείς δεν μπορούμε να τον τιμήσουμε αφήνοντας για λίγο στην άκρη τις επιθυμίες τού στομαχιού;

Άμα αφήνουμε την μια φορά το ένα, την άλλη το άλλο, να μας οδηγούν στραβά, έξω από τον δρόμο του Θεού, διαμορφώνεται μέσα μας μια δαιμονική λογική, που λέει:

-Τι τέλος πάντων θέλεις να παραστήσεις και μας κάνεις τον όσιο σε αυτή την περίπτωση; Εσύ δεν είσαι που τότε έκανες εκείνο και το άλλο; Αυτό δα θα σε δυσκολέψει;

Και αποδεχόμαστε κάτι τέτοια φρονήματα, τα βρίσκουμε λογικά και πάμε από το ένα κακό στο άλλο. Έτσι αρχίζει ο κατήφορος της απώλειας και της καταστροφής.

Γι’ αυτό ο Χριστός με όσα μας είπε στη παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου και οι άγιοι που τα έκαναν πράξη, είναι οι μεγαλύτεροι ευεργέτες μας. Τι μας λένε;

-Αγωνισθείτε με την προσευχή, με την καλή καρδιά, με την νηστεία, με τον φόβο του Θεού. Μην παραλείπετε την Εκκλησία. Γιατί στην Εκκλησία, μόλις δεις την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων, βλέπεις εικόνες της αληθινής ζωής και η ωφέλεια είναι μεγάλη. Όταν μάλιστα προστεθεί και η ευλογία της Θείας Κοινωνίας, το κέρδος είναι απέραντα μεγαλύτερο.

                                       Αναστήθηκε; Είσαι σίγουρος;

 Είπε ο πλούσιος στον Αβραάμ:

-Πατέρα μου Αβραάμ, λυπήσου με. Στείλε τον Λάζαρο να βάλει μια σταγόνα νερό στο δάχτυλό του και να δροσίσει τη γλώσσα μου.

Του απάντησε ο Αβραάμ:

-Δεν είναι δυνατόν. Υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσά μας. Δεν μπορούμε να περνάμε από δω και από κει.

-Τότε πατέρα μου, στείλε τον Λάζαρο στον κόσμο. Έχω πέντε αδέλφια. Ζούνε την ίδια ζωή που έκανα εγώ και θα έλθουν στον ίδιο τόπο, στην κόλαση. Να τους πει ο Λάζαρος να μετανοήσουν, να σωθούν.

-Έχουν τον Μωυσή και τους προφήτες.

Εμείς θα λέγαμε: «Έχουν το Ευαγγέλιο, τον Χριστό, τους αγίους. Ας τους ακούσουν».

-Όχι πατέρα μου. Δεν τους ακούν αυτούς. Δεν το ακούνε το Ευαγγέλιο, δεν το διαβάζουν. Δεν πατάνε στην Εκκλησία. Αλλά άμα πάει κάποιος πεθαμένος, που τον γνώριζαν, θα τον ακούσουν.

Απαντά ο Αβραάμ:

-Λάθος κάνεις. Άμα δεν ακούνε τον Χριστό και τους αγίους, ούτε άμα αναστηθεί κάποιος θα τον ακούσουν.

Αλλά θα αρχίσουν να λένε:

Αυτός ήταν; Είχε πραγματικά πεθάνει; Μήπως ήταν νεκροφάνεια. Αλήθεια είναι; Μπα, ψέματα. Ποιος σου το είπε; Τον είδες εσύ;

-Ναι. Τον είδα!

-Δεν σε πιστεύω.

Και έτσι το καλό θα περιοριζόταν σε ένα άτομο.

Αυτά θα κάνει ο Θεός;

Είπε και ξαναείπε:

-Ακούστε. Αν έχετε αυτιά ακούστε. Αν θέλετε ακούστε.

Μεγάλη η σοφία του Θεού! Τι όμορφα μας τα λέει.

-Αγωνισθείτε να κάνετε κάτι για την αιώνια ζωή.

Αγωνισθείτε να αποκτήσετε καλή ψυχή, γιατί οι καλές ψυχές θα πάνε οπωσδήποτε στον Παράδεισο.

                                          Τι θα προσφέρουμε στο Χριστό;

 Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε; Τι θα προσφέρουμε στον Χριστό;

Στον Χριστό δίνουμε πάντα ό,τι καλύτερο. Ό,τι ομορφότερο.

 Και πρώτα απ’ όλα ας του δώσουμε ένα πολύτιμο θησαυρό. Ποιος είναι ο θησαυρός;

Η ευλάβειά μας και η σωστή τοποθέτησή μας απέναντι στο θέμα:

  • Καλή ψυχή και καλή διάθεση.

Τι πλούτος είναι αυτή η καλή διάθεση! Καλή διάθεση σημαίνει:

Κάθε τόσο να σκεπτόμαστε:

Μήπως τούτη η πράξη είναι βρώμικη; Εκείνο, μήπως είναι αντίθετο στο θέλημα του Θεού; Μήπως δεν είναι για ευαρέστηση του Θεού;

Αυτό που έκανα, θα ήθελα να μου το κάνει κάποιος άλλος;

Να παρακαλέσουμε τον Κύριο και σωτήρα μας Ιησού Χριστό, που ήλθε στον κόσμο για μας, για να μας ελευθερώσει από την αμαρτία, από το κακό, από τον θάνατο, να μας φωτίζει τι πρέπει να κάνουμε για να είμαστε ευάρεστοι ενώπιόν Του.

Πολλά μπορούμε και πρέπει να κάνουμε.

Να μας ενισχύει ο Θεός ξεκινώντας από την καλή διάθεση, να κάνουμε κάθε μέρα όλο και κάτι περισσότερο, για να είμαστε άξιοι να βρισκόμαστε κοντά Του. Αμήν.-

 

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου