Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ , 15-2-2026 === ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Η´ 8 - 13 --- ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Θ´ 1 - 2 === ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΕ´ 31 - 46

 Ε.Ι.Π.Α.Σ.












              15-02-2026   ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ.

 Μνεία τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. † Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου.

 

                                     Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ´.

Εὐφραινέσθω τὰ οὐράνια, ἀγαλλιάσθω τὰ ἐπίγεια, ὅτι ἐποίησε κράτος, ἐν βραχίονι αὐτοῦ, ὁ Κύριος, ἐπάτησε τῶ θανάτω τὸν θάνατον, πρωτότοκος τῶν νεκρῶν ἐγένετο, ἐκ κοιλίας ἄδου ἐρρύσατο ἡμᾶς, καὶ παρέσχε κόσμω τὸ μέγα ἔλεος.

 

                                      Ἀπολυτίκιον Τοῦ Ναοῦ

 

                                Κοντάκιον Ἦχος α'. Αὐτόμελον

 Ὅταν ἔλθῃς ὁ Θεός, ἐπὶ γῆς μετὰ δόξης, καὶ τρέμωσι τὰ σύμπαντα, ποταμὸς δὲ τοῦ

πυρὸς πρὸ τοῦ Βήματος ἕλκῃ, καὶ βίβλοι ἀνοίγωνται, καὶ τὰ κρυπτὰ δημοσιεύωνται, τότε ῥῦσαί με, ἐκ τοῦ πυρὸς τοῦ ἀσβέστου, καὶ ἀξίωσον, ἐκ δεξιῶν σου μὲ στῆναι, Κριτὰ δικαιότατε.

=======================================

          

† ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ. «Μνεία τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ονησίμου ἀποστόλου (†109). Εὐσεβίου ὁσίου (ε΄ αἰ.), Μαΐωρος μάρτυρος, Ἀνθίμου ὁσίου (τοῦ Βαγιάνου) τοῦ ἐν Χίῳ (†1960).

 

                                      ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

                          ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Η´ 8 - 13

8 βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. 9 βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. 10 ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; 11 καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι’ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. 12 οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. 13 διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω.

                             ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Θ´ 1 - 2 

1 Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 2 εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

                                       ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

                        ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Η´ 8 - 13

8 Ἐνῷ δὲ ὁ ἀσθενὴς ἀδελφὸς βλάπτεται, σὺ δὲν ἔχεις νὰ κερδήσῃς τίποτε ἀπὸ τὸ φαγητὸν αὐτό. Δὲν εἶναι τὸ φαγητόν, ποὺ μᾶς παρουσιάζει εὐαρέστους εἰς τὸν Θεόν. Διότι οὔτε ἐὰν φάγωμεν, εὐδοκιμοῦμεν καὶ προοδεύομεν εἰς τὴν ἀρετήν, οὔτε ἐὰν δὲν φάγωμεν, ὑπολειπόμεθα καὶ μένομεν πίσω εἰς αὐτήν. 9 Προσέχετε ὅμως μήπως τὸ δικαίωμα αὐτό, ποὺ ἔχετε νὰ τρώγετε ἀπὸ ὅλα, ἀκόμη καὶ εἰδωλόθυτα, γίνῃ αἰτία νὰ ἁμαρτήσουν οἱ ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν ἀδελφοί σας. 10 Ἑπόμενον δὲ εἶναι νὰ βλαβοῦν σοβαρά οἱ ἀσθενεῖς ἀδελφοί. Διότι, ἐὰν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς ἴδῃ σέ, ποὺ ἔχεις τὴν ὀρθὴν γνῶσιν, νὰ κάθεσαι στὸ τραπέζι καποιου ναοῦ τῶν εἰδώλων, δὲν θὰ στερεωθῇ ἡ συνείδησίς του, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι ἀσθενὴς ἀδελφός, εἰς τὸ νὰ τρώγῃ τὰ εἰδωλόθυτα ὡς κάτι ἱερὸν καὶ εὐλαβείας ἄξιον; 11 Καὶ θὰ χαθῇ παρασυρόμενος εἰς εἰδωλολατρείαν ὁ ἀδελφός σου, ποὺ εἶναι ἀδύνατος πνευματικῶς, ἐξ αἰτίας τῆς ἰδικῆς σου γνώσεως. Ἀλλὰ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀδελφοῦ σου αὐτοῦ ὁ Χριστὸς ἐθυσίασε τὴν ζωήν του. 12 Καὶ ἔτσι διαπράττετε ἁμάρτημα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον βλάπτονται μεγάλως οἱ ἀδελφοί, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι τοῦτο ἁμάρτημα εἰς τοὺς ἀδελφούς. Καὶ πληγώνετε καὶ κτυπᾶτε σκληρὰ τὴν συνείδησίν τους, ἡ ὁποία εἶναι ἀσθενὴς καὶ ἀδύνατος. Ἀλλ’ ὑποπίπτετε συγχρόνως καὶ εἰς ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς αὐτὸν τὸν Χριστόν, ποὺ ἀπέθανε διὰ νὰ σώσῃ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτούς. 13 Δι’ αὐτὸ δέ, ἐὰν αὐτὸ ποὺ τρώγω γίνεται αἰτία σκανδάλου καὶ ἁμαρτίας εἰς τὸν ἀδελφόν μου, δὲν θὰ φάγω ποτὲ οἰονδήποτε εἶδος κρεάτων, διὰ νὰ μὴ σκανδαλίσω τὸν ἀδελφόν μου. Καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς δείξω, ὅτι διὰ τοὺς ἀσθενεῖς ἀδελφοὺς ἔκαμα καὶ ἑξακολουθῶ νὰ κάνω θυσίας τῶν δικαιωμάτων μου.
                    ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ Α' Θ´ 1 - 2

1 Δὲν εἶμαι Ἀπόστολος μὲ ἴσα δικαιώματα πρὸς τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους; Δὲν εἶμαι ἐλεύθερος ὅπως ὅλοι οἰ Χριστιανοί; Δὲν εἶδα τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον μας; Καὶ δὲν εἶσθε σεῖς τὸ ἔργον, ποὺ μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Κυρίου συνετέλεσα; 2 Ἐὰν δι’ ἄλλους δὲν εἶμαι Ἀπόστολος, τουλάχιστον ὅμως διὰ σᾶς εἶμαι Ἀπόστολος. Διότι ἡ σφραγῖδα, μὲ τὴν ὁποίαν πιστοποιεῖται ἐπίσημα τὸ ἀποστολικόν μου ἀξίωμα, εἶσθε διὰ τῆς χάριτος τοῦ Κυρίου σεῖς, τοὺς ὁποίους ἑγὼ ὠδήγησα εἰς Χριστόν.

 =======================================

                   ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

                           ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΕ´ 31 - 46

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ· 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου· 35 ἐπείνασα γὰρ καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνὸς καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· 42 ἐπείνασα γὰρ καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνὸς καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

                                     ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

                               ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΕ´ 31 - 46

31 Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν δόξαν του καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι θὰ εἶναι μαζί του, τότε θὰ καθήσῃ εἰς θρόνον ἕνδοξον καὶ λαμπρόν. 32 Καὶ θὰ συναχθοῦν ἐμπρός του ὅλα τὰ ἔθνη, ὅλοι δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, ποὺ ἔζησαν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς δημιουργίας μέχρι τέλους τοῦ κόσμου, καὶ θὰ χωρίσῃ αὐτοὺς τὸν ἕνα ἀπὸ τὸν ἄλλον, καθὼς καὶ ὁ ποιμὴν χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ γίδια. 33 Καὶ θὰ στήσῃ τοὺς μὲν δικαίους, ποὺ εἶναι ἥμεροι σὰν τὰ πρόβατα, εἰς τὰ δεξιά του, τοὺς δὲ ἁμαρτωλούς, ποὺ εἶναι ἀτίθασοι καὶ ἄτακτοι σὰν τὰ γίδια, εἰς τὰ ἀριστερά του. 34 Τότε θὰ εἶπῃ ὁ βασιλεὺς εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὰ δεξιά του· Ἐλᾶτε σεῖς, ποὺ εἶσθε εὐλογημένοι ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, λάβετε ὡς κληρονομίαν τὴν βασιλείαν, ποὺ ἔχει ἐτοιμασθῇ διὰ σᾶς, ἀφ’ ὅτου ἐθεμελιώνετο ὁ κόσμος. 35 Σᾶς ἀνήκει δὲ ἡ κληρονομία αὐτή, διότι ἐπείνασα καὶ μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἤμουν διψασμένος καὶ μὲ ἐποτίσατε, ξένος ἤμουν καὶ δὲν εἶχα ποὺ νὰ μείνω καὶ μὲ ἐπεριμαζεύσατε εἰς τὸ σπίτι σας, 36 γυμνὸς ἤμουν καὶ μὲ ἐνεδύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπεσκέφθητε, μέσα εἰς φυλακὴν ἤμουν καὶ ἤλθατε νὰ μὲ ἰδῆτε καὶ νὰ μὲ παρηγορήσετε. 37 Τότε θὰ ἀποκριθοῦν εἰς αὐτὸν οἱ δίκαιοι καὶ θὰ εἶπουν· Κύριε, πότε σὲ εἴδαμεν πεινασμένον καὶ σὲ ἐθρέψαμεν, ἢ διψασμένον καὶ σοῦ ἐδώκαμεν νὰ πίῃς; 38 Πότε δὲ σὲ εἴδαμεν ξένον καὶ σὲ ἐπεριμαζεύσαμεν, ἢ γυμνὸν καὶ σὲ ἐνεδύσαμεν; 39 Πότε δὲ σὲ εἴδαμεν ἄρρωστον ἢ φυλακισμένον καὶ ἤλθαμεν νὰ σὲ ἐπισκεφθῶμεν; 40 Καὶ θὰ ἀποκριθῇ ὁ βασιλεὺς καὶ θὰ τοὺς εἶπῃ· Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι κάθε τι ποὺ ἐκάματε εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀδελφούς μου, ποὺ ἐφαίνοντο ἄσημοι καὶ πολὺ μικροί, τὸ ἐκάματε εἰς ἐμέ. 41 Τότε θὰ εἴπῃ καὶ εἰς ἐκείνους, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὰ ἀριστερά του· Σεῖς ποὺ ἀπὸ τὰ ἔργα σας ἐγίνατε καταραμένοι, πηγαίνετε μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, ποὺ ἔχει ἐτοιμασθῆ διὰ τὸν διάβολον καὶ τοὺς ἀγγέλους του. 42 Διότι ἐπείνασα καὶ δὲν μοῦ ἐδώκατε νὰ φάγω, ἐδίψασα καὶ δὲν μὲ ἐποτίσατε, 43 ξένος ἤμουν καὶ δὲν μὲ ἐπεριμαζεύσατε πρὸς φιλοξενίαν, γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ἐνεδύσατε, ἄρρωστος ἤμουν καὶ μέσα εἰς τὴν φυλακὴν καὶ δὲν μὲ ἐπεσκέφθητε. 44 Τότε θὰ τοῦ ἀποκριθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ θὰ εἶπουν· Κύριε, πότε σὲ εἴδαμεν νὰ πεινᾷς ἢ νὰ διψᾷς ἢ νὰ εἶσαι ξένος ἢ γυμνὸς ἢ ἀσθενῇς ἢ μέσα εὶς φυλακὴν καὶ δὲν σὲ ὑπηρετήσαμεν; 45 Τότε θὰ τοὺς ἀποκριθῇ καὶ θὰ εἶπη· Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, κάθε τι ποὺ δὲν ἐκάματε εἰς ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τοὺς ὁποίους ὁ κόσμος ἐθεώρει πολὺ μικρούς, οὔτε εἰς ἐμὲ τὸ ἐκάματε. 46 Καὶ θὰ ἀπέλθουν αὐτοὶ εἰς κόλασιν, ποὺ δὲν θὰ ἔχῃ τέλος, ἀλλὰ θὰ εἶναι αἰώνια, οἱ δὲ δίκαιοι θὰ μεταβοῦν διὰ νὰ ἀπολαύσουν ζωὴν αἰώνιον.

=======================================

                                              Α΄΄ ΟΜΙΛΙΑ  

Στις παραβολές που χρησιμοποιούσε ο Κύριος, έλεγε τη φράση «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 22, 2), δηλαδή παρομοιάζεται η βασιλεία των ουρανών με δέκα παρθένες, με πολύτιμο μαργαρίτη, με αγρό ή με χαμένη δραχμή κ.ά. Στο σημερινό όμως Ευαγγέλιο δεν ομιλεί παραβολικά, αλλά αποκαλύπτει μια κατάσταση πραγματική και δείχνει αποκαλυμμένο τον εαυτό Του, γι’ αυτό και λέγει «ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» (25, 31), που σημαίνει πως η περικοπή εκφράζει πλήρως την αλήθεια για την τελική Κρίση των ανθρώπων.

Το έλεος του Θεού και η ελεημοσύνη των ανθρώπων
Μια ιδιότητα του Θεού είναι το έλεός Του. Μας καταδιώκει συνεχώς το έλεος του Θεού. Επίσης κι ο άνθρωπος, ο πλασμένος κατ’ εικόνα του Θεού, έχει πολλά κοινά σημεία με τον Δημιουργό Του, αλλά κατ’ εξοχήν η ιδιότητα της ελεημοσύνης και της ευεργεσίας του πλησίον είναι εκείνη που τον κάνει να πλησιάζει τον Κύριο. Ο Χριστός διήγε τη ζωή Του κάνοντας διαρκώς ευεργεσίες στους άλλους και «ἰᾶτο πάντας» (Λουκ. 6, 19). Ακόμη και τον εαυτό Του έδωσε «λύτρον ἀντί πολλών» (Μάρκ. 10, 45), ως δείγμα και καρπό της μεγάλης Του αγάπης προς τον άνθρωπο. Οι φτωχοί αδελφοί μας, είτε είναι πεινασμένοι είτε άρρωστοι και ενδεείς, είναι αδέλφια του Χριστού, αφού Τον έχουν «ενδυθεί» «κατά τον έσω άνθρωπον», σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Έχουν το ίδιο βάπτισμα με μας, μετέχουν στην ίδια χάρη, υπακούουν στους ίδιους νόμους του Θεού, μετέχουν στην ίδια θεία Ευχαριστία κι έχουν τις ίδιες με μας ελπίδες. Πολύ ωραία το τονίζει αυτό ο ιερός Χρυσόστομος- «ἀδελφὸν γὰρ τὸ βάπτισμα ἐργάζεται καὶ ἡ τῶν θείων μυστηρίων κοινωνία». Η ελεήμων καρδία κάνει τον άνθρωπο κληρονόμο της βασιλείας του Θεού κι όχι τόσο τα μεγάλα χαρίσματα, όπως π.χ. τα θαύματα, το προορατικό χάρισμα, η μεγάλη σοφία του νου κ.λπ.
Ένας μεγάλος ασκητής της ερήμου, ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, περιγράφει πως πρέπει να είναι μια ελεήμων καρδιά, δηλαδή πως γίνεται ο άνθρωπος φιλάνθρωπος. Οφείλει να καίγεται η καρδιά του από αγάπη για όλη την κτίση. Να αγωνία υπέρ των ανθρώπων, υπέρ των όρνεων, υπέρ των ζώων, ακόμη και υπέρ των δαιμόνων, αν είναι δυνατόν. Στον άνθρωπο που έχει τέτοια καρδιά, τα δάκρυα είναι ασταμάτητα. Δεν μπορεί ν’ ακούσει δυστυχία ή να δει κάποια βλάβη και να μη συγκλονισθεί, να μη δακρύσει. Προσεύχεται με δάκρυα και υπέρ των εχθρών του ακόμη και υπέρ της φύσεως. Όλοι κι όλα να ελεηθούν απ’ τον Θεό. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένα δάκρυ μπορεί να μας δώσει την ευκαιρία να κάνουμε δική μας τη βασιλεία του Θεού.


Πώς εκδηλώνεται η αγάπη μας προς τους άλλους;
Ένας αοίδιμος Επίσκοπος, ο Κοζάνης Διονύσιος, γράφει πως απλά περιστατικά της καθημερινής ζωής μας θα μας κρίνουν. Όχι σοφία, όχι πολιτική εξουσία και δύναμη, όχι υλικός πλούτος και χρήματα, όχι σωματική ρώμη και ωραιότητα. Δεν είναι αυτά που έχουν αξία εκείνη την ημέρα της Κρίσεως αλλά γεγονότα απλά, όπως τα βλέπουμε στην καθημερινή ζωή. Ένα πιάτο φαγητού, μια οικονομική ενίσχυση στον άλλο, μια συμπαράσταση σε κείνον που περνάει δύσκολες ώρες, μια απλή επίσκεψη στον πονεμένο. Όλα αυτά γίνονται με αθόρυβο τρόπο, χωρίς τυμπανοκρουσίες και δημοσιεύσεις. Ο χριστιανός που πιστεύει και ενεργεί την πίστη του, αποφεύγει τις θεαματικές εκδηλώσεις κι εκείνους τους πομπώδεις τρόπους με τους οποίους μας έχει συνηθίσει η εποχή μας. Το μοναδικό πράγμα που θα πάρουμε στην άλλη ζωή είναι η ελεημοσύνη, η οποία γίνεται συνήγορος για μας στον Θεό.
Αγαπητοί αδελφοί, το σημερινό Ευαγγέλιο απευθύνεται σ’ όλους εμάς που τιμάμε την εικόνα του Ιησού Χριστού, αλλά λησμονούμε να τιμήσουμε την έμψυχη εικόνα Του που είναι ο άνθρωπος. Ας ακούσουμε τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που μας προτρέπει: «Πλούτισον μὴ περιουσίαν μόνον, ἀλλὰ καὶ εὐσέβειαν...», δηλαδή ας πλουτίσουμε όχι μόνο σε υλικά αγαθά, αλλά και σε ευσέβεια. Ας γίνουμε εμείς στον κάθε πτωχό που θα συναντήσουμε ό,τι είναι ο Θεός για όλους μας, για να βρούμε κι εμείς έλεος. Αμήν.

======================================

                                          Β΄΄ ΟΜΙΛΙΑ

Την γλυκύτατη αυτή περικοπή, την οποία συνεχώς δεν θα αφήσουμε χωρίς να την συλλογιζόμαστε, ας ακούσουμε τώρα με προθυμία και κατάνυξη μεγάλη. Ευλόγως δε, με αυτή τελείωσε ο λόγος αυτός. Διότι σ’ αυτόν γίνεται πολύς λόγος για την φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη. Για τούτο και προηγουμένως μίλησε γι’ αυτήν ποικιλοτρόπως, ενώ εδώ μιλάει σαφέστερα και εντονότερα, εισάγοντας όχι μόνον δύο ή τρία και πέντε πρόσωπα , αλλά ολόκληρη την οικουμένη, Αν και στις προηγούμενες παραβολές ανέφερε δύο πρόσωπα, δεν εννοούσε δύο πρόσωπα, αλλά δύο μέρη: δηλαδή την παράταξη των παρακουόντων και την παράταξη των υπακουόντων. Εδώ όμως, χρησιμοποιεί λόγο πιο τρομακτικό και πιο καθαρό. Για τούτο δεν λέει λοιπόν, ότι «όμοιάζει η βασιλεία», αλλά συγκεκαλυμμένα παρουσιάζει τον εαυτό Του λέγοντας «όταν δε έλθει ο Υιός του ανθρώπου με τη δόξα Του» . Διότι τώρα ήλθε μέσα στον εξευτελισμό, τις ύβρεις και τις κατηγορίες. Τότε όμως, θα καθήσει στον θρόνο της δόξας του. Συνεχώς δε αναφέρει, τη δόξα. ‘Επειδή ο σταυρός ήταν πλησίον και εθεωρείτο ότι είναι ατιμωτικό πράγμα , διά τούτο ανυψώνει τον ακροατή και θέτει υπ’ όψη του το δικαστήριο και παρουσιάζει ολόκληρη την οικουμένη. Και όχι μόνον με αυτά κάνει φοβερό τον λόγο, αλλά και με το να παρουσιάζει τους ουρανούς να αδειάζουν. Διότι λέει, ότι όλοι οι άγγελοι θα είναι μαζί του και θα μαρτυρούν πόσες υπηρεσίες προσέφεραν για την σωτηρία των ανθρώπων, όταν στέλλονταν από τον Κύριο. Η ημέρα εκείνη θα είναι γεμάτη τρόμο από όλα τα μέρη.

Κατόπιν λέει : «θα συναθροισθούν όλα τα έθνη» δηλαδή όλοι οι άνθρωποι. «Και θα χωρίσει τους μεν άπό τους δέ, όπως ακριβώς ο ποιμένας τα πρόβατα». Διότι τώρα δεν είναι χωρισμένοι , αλλά όλοι είναι ανακατωμένοι. Η διαίρεση όμως, τότε θα γίνει με μεγάλη ακρίβεια. Εν τω μεταξύ τους χωρίζει και φανερώνει αναλόγα την τοποθέτηση. Επίσης παρουσιάζει το ήθος καθενός και με τα ονόματα, ονομάζοντας τους μεν κατσίκια, τους δε πρόβατα, για να περιγράψει την ακαρπία των πρώτων. Διότι από το κατσίκια κανείς καρπός δεν θα μπορούσε να προέλθει .

 Επίσης περιγράφει και το μεγάλο εισόδημα των άλλων. Διότι τα πρόβατα δίνουν μεγάλο εισόδημα από τα μαλλιά, από το γάλα και από τα μικρά που γεννούν. Από όλα αυτά είναι στερημένο το κατσίκι. Αλλά τα μεν ζώα του δεν έχουν λογικό, εκ φύσεως έχουν την ακαρπία και την καρποφορία. Ενώ εκείνοι την έχουν από την θέληση τους. Διά τούτο τιμωρούνται οι πρώτοι και στεφανώνονται οι άλλοι. Δεν τους τιμωρεί δε από πριν, αλλά αφού τους κρίνει  ως δικαστής. Γι’ αυτό, αφού τους τοποθετήσει, τους λέει τις κατηγορίες . Αυτοί δε μιλούν με μετριοφροσύνη, αλλά κανένα κέρδος δεν έχουν πλέον. Και πολύ ορθά, διότι παρέβλεψαν το πράγμα , που είναι πολυπόθητο από αυτόν. Διότι και οι προφήτες παντού και πάντοτε αυτό έλεγαν, ότι : «Θέλω ευσπλαχνία και όχι θυσία» (Ωσηέ 6, 6. Ματθ. 9, 13 και 12, 7). Και ο νομοθέτης με όλα, με λόγια και με πράγματα, σ’ αυτό παρακινούσε αλλά και η ίδια η φύση αυτό δίδασκε.

Παρατήρησε δε, ότι αυτοί είναι έρημοι, όχι μόνο από ένα ή δύο, αλλά από όλα. Διότι, όχι μόνο δεν τον έθρεψαν όταν πείναγε και δεν τον έντυσαν όταν ήταν γυμνός, αλλά δεν έπραξαν εκείνο που ήταν ευκολότερο, δηλαδή δεν τον επισκέφθηκαν όταν ήταν άρρωστος. Παρατήρησε δε πόσον ελαφρά πράγματα παραγγέλλει. Δεν είπε, ότι ήμουν στην φυλακή και με απελευθερώσατε, ήμουν άρρωστος και με σηκώσατε, αλλά «με επισκεφθήκατε» και «ήλθατε προς εμέ».

Αλλά ούτε και ως προς την πείνα, ήταν δύσκολο εκείνο που παρήγγειλε. Διότι δεν ζητούσε πολυτελή τραπέζια, αλλά μόνο την αναγκαία τροφή και μάλιστα με την μορφή ενός αξιολύπητου. Ώστε όλα είναι αρκετά, για να τους τιμωρήσουν. Όπως, η ευκολία εκείνου που τους εζητείτο, διότι ήταν ψωμί. Η αθλιότητα εκείνου που ζητούσε, διότι ήταν φτωχός. Το ευσυμπάθητο της φύσης, διότι ήταν άνθρωπος. Η μεγάλη επιθυμία της υπόσχεσης, διότι υποσχέθηκε την Βασιλεία. Ο τρόμος της τιμωρίας, διότι με τον Άδη μάς φοβέρισε. Η αξία του λαμβάνοντος, διότι ο Θεός ήταν εκείνος που ελάμβανε μέσω των φτωχών. Η υπερβολική τιμή, διότι έκρινε άξιο να κατεβεί τόσο πολύ. Το δίκαιο της προσφοράς, διότι λάμβανε από τα δικά Του.

 Αλλά προς όλα αυτά, η φιλαργυρία σακάτεψε εντελώς, εκείνους που αιχμαλωτίσθηκαν. Και αυτά κατόπιν της τόσο μεγάλης απειλής που υπάρχει. Διότι και πιο πριν λέει, ότι φοβερότερα από τα Σόδομα θα πάθουν εκείνοι, οι οποίοι δεν δέχονται αυτούς που είναι άξιοι για βοήθεια.

Και εδώ λέει : «εφ ‘ όσον δεν πράξατε, σε ένα από αυτούς τους αδελφούς μου, τους ελάχιστους, ούτε σε μένα το πράξατε». Τι λες ; Είναι αδελφοί σου. Και πώς ονομάζει αυτούς ελάχιστους; Γιατί γι’ αυτό είναι αδελφοί, επειδή είναι ταπεινοί, φτωχοί και παραπεταμένοι. Διότι αυτούς κυρίως προσκαλεί στην αδελφοσύνη, τους ασήμαντους και τους περιφρονημένους. Δεν εννοεί εδώ μόνον τους μοναχούς και εκείνους που έχουν καταλάβει τα όρη, αλλά τον κάθε πιστό, έστω και αν είναι κοσμικός, εφ’ όσον, όμως, πεινά και είναι γυμνός ή ξένος. Επιθυμεί αυτός ο άνθρωπος να απολαμβάνει όλη αυτή την φροντίδα. Διότι το βάπτισμα και η κοινωνία των θείων μυστηρίων σε κάνουν αδελφό.

Κατόπιν, για να δεις το δίκαιο της αποφάσεως και από άλλο σημείο, προηγουμένως επαινεί εκείνους, οι οποίοι έκαναν καλές πράξεις, και λέει: «Ελάτε οι ευλογημένοι του πατέρα μου, κληρονομήστε την Βασιλεία, η οποία είναι ετοιμασμένη για σας από τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω» και όλα όσα ακολουθούν . Για να μην λένε, ότι δεν είχαμε για να ελεήσουμε, τους καταδικάζει μετά από σύγκριση, με τους συνανθρώπους τους. Όπως ακριβώς τις παρθένες κατόπιν σύγκρισης με τις άλλες παρθένες και τον δούλο, τον μεθύοντα και τρώγοντα πλούσια σε σύγκριση με τον πιστό δούλο. Όπως επίσης, τιμώρησε εκείνον που έκρυψε το τάλαντο, εν αντιθέσει με εκείνον που προσέφερε δύο τάλαντα. Και τον καθένα που αμαρτάνει, συγκριτικώς προς τους πράττοντες καλές πράξεις.

Και αυτή η σύγκριση, άλλοτε μεν γίνεται μεταξύ ίσων, όπως εδώ και με τις παρθένες, άλλοτε δε γίνεται από το περίσσευμα, όπως όταν λέει: «οι άνθρωποι της Νινευί, θα αναστηθούν κατά την κρίση και θα κατακρίνουν την γενιά αυτή, διότι πίστεψαν στο κήρυγμα του Ιωνά. Και ιδού εδώ πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο από τον Ιωνά» [ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα ᾿Ιωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον ᾿Ιωνᾶ ὧδε» (Ματθ. 12, 41)]. Και: «Η βασίλισσα του νότου θα κατακρίνει την γενιά αυτή, διότι ήλθε για νά ακούσει την σοφία του Σολομώντος. Και ιδού εδώ πρόκειται για κάτι μεγαλύτερο από τον Σολομώντα» [βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶνος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶνος ὧδε» (Ματθ. 12, 42)]. Και πάλι η σύγκριση μεταξύ ίσων: «αυτοί θα είναι οι κριτές μας» [οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι; (Α΄ Κορ. 6, 2)]. Πάλι δε με τους έχοντας περίσσευμα συγκρίνοντας λέει: «δεν γνωρίζετε ότι θα κρίνουμε αγγέλους; πόσον μάλλον κοσμικές υποθέσεις;» [οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν; μήτι γε βιωτικά; (Α΄ Κορ. 6, 3)].

Και σ’ αυτή την περικοπή βεβαίως, η σύγκριση γίνεται μεταξύ ίσων, διότι συγκρίνει τους πλούσιους με τους πλούσιους και τους φτωχούς με τους φτωχούς. ‘Αποδεικνύει δε, ότι η απόφαση εκδίδεται δίκαια, όχι μόνο από αυτό, (ότι δηλαδή οι συνάνθρωποι τους πέτυχαν αυτό, αν και ήταν στην ίδια κατάσταση), αλλά και από το ότι δεν υπάκουσαν ούτε σ’ αυτά, στα οποία η φτώχεια δεν ήταν καθόλου εμπόδιο. Λόγου χάριν στο να ποτίσουν εκείνον που διψά, να δουν τον φυλακισμένο και να επισκεφτούν τον άρρωστο. Αφού εγκωμίασε εκείνους που έκαναν καλές πράξεις, παρουσιάζει την μεγάλη αγάπη, που είχε γι’ αυτούς από την παλαιά εποχή. Διότι λέει: «Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε την βασιλεία πού είναι ετοιμασμένη για σας, από τον καιρόν της δημιουργίας του κόσμου».

Πόσων αγαθών νομίζεις ότι είναι αντάξιο αυτό το όνομα, το να είναι ευλογημένοι και μάλιστα από τον Πατέρα; Και από που έγιναν άξιοι τόσο μεγάλης τιμής; Ποια είναι η αιτία; «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε», και τα εξής. Πόσον μεγάλης τιμής και ευτυχίας, είναι άξια αυτά τα λόγια; Δεν είπε «λάβετε», αλλά «κληρονομήστε», επειδή είναι προσωπικά, πατρικά, δικά σας και σας οφείλονται από την παλαιά εποχή. Διότι λέει, αυτά έχουν ετοιμασθεί και τακτοποιηθεί δικά σας, πριν γεννηθείτε, επειδή γνώριζα ότι θα είστε καλοί. Αντί ποίων τα λαμβάνουν αυτά; Αντί της κατοικίας, αντί των ενδυμάτων, αντί του άρτου, αντί του κρύου νερού, αντί της επισκέψεως, αντί της εισόδου στη φυλακή.

Διότι παντού υπάρχουν οι έχοντες ανάγκη. Υπάρχουν δε και εκείνοι που δεν έχουν ανάγκη. Διότι, καθώς είπα, όχι μόνον ο ασθενής και ο φυλακισμένος το επιζητεί αυτό, αλλά ο μεν πρώτος να απαλλαγεί από την ασθένεια, ο δε άλλος να ελευθερωθεί. Αυτός όμως, επειδή είναι ήμερος, ζητάει όσα μπορούμε, μάλλον δε και λιγότερα από όσα μπορούμε, αφήνοντας μας να επιχειρούμε τα μεγαλύτερα.

Σ’ εκείνους, όμως, είπε: «Φύγετε από μένα, οι καταραμένοι» όχι, βεβαίως, από τον Πατέρα, διότι δεν τους καταραστεί αυτός, αλλά τα δικά τους έργα. «Στην αιωνία φωτιά, που έχει ετοιμασθεί, όχι για σας αλλά, για τον διάβολο και τους αγγέλους του». Διότι, όταν μίλησε για την βασιλεία λέγοντας «ελάτε οι ευλογημένοι, κληρονομήστε την βασιλεία», πρόσθεσε: «η οποία είναι ετοιμασμένη για σας από τον καιρό της δημιουργίας του κόσμου». Ενώ για την φωτιά δεν λέει αυτό, αλλά «που έχει ετοιμασθεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του». Εγώ μεν λοιπόν, ετοίμασα την βασιλεία για σας, ενώ την φωτιά όχι για σας, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Επειδή όμως, εσείς οι ίδιοι βάλατε μέσα σ’ αυτή τον εαυτόν σας, εσείς είστε υπεύθυνοι. Δεν αρκείται δε μόνον σ’ αυτό, αλλά και με τα ακόλουθα λόγια, σαν να απολογείται σ’ αυτούς, εκθέτει τις αιτίες. «Διότι πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω». Διότι, έστω και αν ήταν εχθρός αυτός που ζητούσε, δεν ήταν αρκετά τα παθήματα του να κινήσουν σε οίκτο τον ανελεή και να τον λυγίσουν; Παθήματα όπως η πείνα, το υπερβολικό ψύχος, η φυλάκιση, ή γυμνότητα, η ασθένεια και το να περιπλανάται εδώ και εκεί στο ύπαιθρο. Αυτά είναι ικανά να διορθώσουν και την έχθρα. Αλλά όμως εσείς ούτε στο φίλο δεν τα κάνατε αυτά, ο οποίος και φίλος ήταν, αλλά και ευεργέτης και Κύριος. Και σκύλο εάν δούμε να πεινά, πολλές φοράς τον λυπόμαστε και άγριο ζώο ακόμη εάν δούμε, λυγίζουμε.

Όταν λοιπόν βλέπεις τον Κύριο και Θεό δεν λυγίζεις; Πού θα είναι αυτά άξια συγχωρήσεως; Διότι εάν ήταν μόνον αυτό, δεν θα ήταν αρκετό για ανταπόδοση; Δεν εννοώ, το να ακούσει τέτοιαν φωνή στην οικουμένη, από τον καθήμενο επάνω εις τον πατρικό θρόνο και να επιτύχει την βασιλεία. Αυτό όμως, το να κάνει τόσες καλές πράξεις δεν είναι αρκετό για να αμειφθεί; Τώρα δε, ενώ είναι παρούσα όλη η ανθρωπότητα και αποκαλύπτεται εκείνη η απόρρητη δόξα, σε ανακηρύττει και σε στεφανώνει και σε αναγνωρίζει ως τροφέα και ξενοδόχο και δεν ντρέπεται όταν τα λέει αυτά, για να κάνει λαμπρότερο τον στέφανο σου. Γι’ αυτό λοιπόν και αυτοί δικαίως τιμωρούνται και εκείνοι στεφανώνονται κατά χάριν. Διότι και αν έχουν πράξει αναρίθμητα καλά έργα, η γενναιοδωρία οφείλεται εις την χάρη Του. Το να τους δώσει, δηλαδή, τόσο μεγάλο ουρανό και βασιλεία και τιμή αντί των τόσον μικρών και ευτελών πράξεων.

Ερμηνεία άγιου Ιωάννη του Χρυσόστομου

 

    

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου