Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

ΕΩΘΙΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 Ε.Ι.Π.Α.Σ.















          Η αναστάσιμη περίοδος χαρακτηρίζεται, μεταξύ πολλών άλλων, και από τις εμφανίσεις του αναστημένου Χριστού μετά την εκ νεκρών Έγερσή Του, με αποκορύφωμα την Ανάληψή του στους ουρανούς, την τεσσαρακοστή ημέρα από την Ανάστασή του. Οι εμφανίσεις του Κυρίου έλαβαν χώρα ήδη από την ημέρα της Ανάστασής του, αφού εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στις Μυροφόρες και συγκεκριμένα στη Μαρία τη Μαγδαληνή. Οι επόμενες εμφανίσεις του έγιναν στον απόστολο Πέτρο, στους αποστόλους Λουκά και Κλεόπα κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, στους δέκα από τους ένδεκα μαθητές στα Ιεροσόλυμα το εσπέρας της Ανάστασης (εκτός του Θωμά), στους ένδεκα μαθητές (μαζί με το Θωμά) οκτώ ημέρες μετά την Ανάσταση, σε επτά από τους μαθητές στη λίμνη της Τιβεριάδας, σε όλους τους μαθητές στη Γαλιλαία, αλλά και για τελευταία φορά στο όρος των Ελαιών τη στιγμή της Ανόδου Του στους ουρανούς – Ανάληψής Του. 

Τα Εωθινά Ευαγγέλια είναι ένδεκα (11) συγκεκριμένες περικοπές από τα τέσσερα Ευαγγέλια, οι οποίες αναγιγνώσκονται (διαβάζονται) κατά την ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής στην Ορθόδοξη

Εκκλησία. Εστιάζουν στα γεγονότα που συνέβησαν μετά την Ανάσταση του Χριστού, παρουσιάζοντας τις εμφανίσεις του Κυρίου στους μαθητές του, οι οποίες επιβεβαιώνουν την Ανάστασή του. 

Ακολουθούν τα βασικά στοιχεία για τα Εωθινά Ευαγγέλια:

1. Τι σημαίνει "Εωθινά"

  • Ο όρος προέρχεται από τη λέξη έως (αυγή), αναφερόμενος στο πρώτο φως της ημέρας.
  • Αν και ονομάζονται "Εωθινά" (πρωινά), δεν περιγράφουν όλα εμφανίσεις του Χριστού τα ξημερώματα, αλλά όλες οι αφηγήσεις αφορούν γεγονότα μετά την Ανάσταση. 

2. Περιεχόμενο και Πηγές

Τα 11 Εωθινά Ευαγγέλια προέρχονται από τους τέσσερις Ευαγγελιστές: 

  • Κατά Ματθαίον: 1 περικοπή (ΚΗ', 16-20).
  • Κατά Μάρκον: 2 περικοπές (ΙΣΤ', 1-8 και 9-20).
  • Κατά Λουκάν: 3 περικοπές (ΚΔ', 1-12, 12-35, 36-52).
  • Κατά Ιωάννην: 5 περικοπές (Κ', 1-10, 11-18, 19-31, ΚΑ', 1-14, 15-25). 

3. Λειτουργική Χρήση

  • Πότε ψάλλονται: Διαβάζονται κυκλικά κάθε Κυριακή στον Όρθρο (πριν τη Δοξολογία).
  • Διάρκεια κύκλου: Ο κύκλος ξεκινά συνήθως την Κυριακή του Θωμά (Αντίπασχα) και ολοκληρώνεται, επαναλαμβανόμενος καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, εκτός από τις περιόδους του Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, ή αν συμπέσει μεγάλη εορτή.
  • Συνοδευτικά: Μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, ψάλλεται το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι...» και ακολουθούν τα Εωθινά Δοξαστικά (ύμνοι σε Ήχους, που συνετέθησαν από τον αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ' τον Σοφό). 

4. Σημασία

  • Τα Εωθινά Ευαγγέλια αναδεικνύουν την πολυπρισματικότητα της Αναστάσεως, προσφέροντας διαφορετικές οπτικές γωνίες από τους μαθητές και τις Μυροφόρες.
  • Η ανάγνωσή τους αποτελεί μια συνεχή υπενθύμιση του Αναστάσιμου γεγονότος που αποτελεί τον πυρήνα της ορθόδοξης πίστης. 

        

Α΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ματθαῖον. (ΚΗ΄. 16-20).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθη σαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν· καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ ἰδού, ἐγὼ μεθ' ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

                                    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Α΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ματθαῖον. (ΚΗ΄. 16-20).

Ἐκεῖνο τόν καιρό οἱ ἕνδεκα Μαθητές πορεύθηκαν (πῆγαν) στή Γαλιλαία, στό ὄρος πού τούς πρόσταξε ὁ Ἰησοῦς·καί μόλις τόν εἶδαν, τόν προσκύνησαν, μερικοί ὅμως δίστασαν·καί ἀφοῦ ἦλθε κοντά τους ὁ Ἰησοῦς, μίλησε σ’ αὐτούς λέγοντας· μοῦ δόθηκε

κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί ἐπάνω στή γῆ· πηγαίνετε λοιπόν καί διδάξετε σέ ὅλα τά ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους νά τηροῦν (νά ἐφαρμόζουν) ὅλα ὅσα σᾶς παρήγγειλα· καί νά, ἐγώ εἶμαι μαζί σας μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

=======================================

Β. 'ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄.1-8).

 Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν· ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ᾧδε· ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ' ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

                               ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 Β΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄.-)

Ὅταν πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα μέ σκοπό νά ἔλθουν καί νά ἀλείψουν τόν Ἰησοῦ. Καί πολύ πρωΐ τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ἔρχονται στό μνημεῖο, ὅταν ἀνέτειλε κάτω ἀπό τόν ὁρίζοντα ὁ ἥλιος, καί ἔλεγαν μεταξύ τους· ποιός θά ἀποκυλίσει γιά μᾶς τό λίθο (τήν πέτρα) ἀπό τή θύρα τοῦ μνημείου; Καί ὑψώνοντας τά βλέμματα βλέπουν ὅτι ἀποκυλίσθηκε ὁ λίθος· (καί σκέπτονταν αὐτά) διότι ἦταν πολύ μεγάλος. Καί μόλις εἰσῆλθαν στό μνημεῖο, βλέπουν ἕνα νέο νά κάθεται στά δεξιά (τοῦ μνημείου), πού ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί θαμπώθηκαν (φοβήθηκαν πολύ καί ἔμειναν κατάπληκτες)· κι ἐκεῖνος λέγει σ’ αὐτές· μή φαβᾶσθε, ζητεῖτε τόν Ἰησοῦ τό Ναζωραῖο πού σταυρώθηκε; Ἀναστήθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ· νά ὁ τόπος ὅπου τόν τοποθέ- τησαν (νεκρό). Ἀλλά πηγαίνετε, πεῖτε στούς Μαθητές του καί στόν Πέτρο, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία· Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς εἶπε. Καί ἀφοῦ βγῆκαν γρήγο- ρα, ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο· καί τίς κατεῖχε τρόμος καί κατάπληξη, καί σέ κανέναν δέν εἶπαν τίποτε· διότι φοβοῦνταν.

==================================================

Γ'. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄. 9-20).

 Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωῒ πρώτῃ Σαββάτου ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ' ἧς ἐκβεβλή κει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ' αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι,κᾀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ' αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσίν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κᾀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνα κειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα, κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν , οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος, μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν.

                                ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Γ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄. 9-20).

Ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τό πρωΐ τῆς πρώτης ἡμέ ρας τῆς ἑβδομάδας, ἐμφανίσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή, ἀπό τήν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτά δαιμόνια. Ἐκείνη, πῆγε καί τό ἀνήγγειλε στούς Μαθητές πού τόν εἶχαν ἀκολουθήσει, οἱ ὁποῖοι πενθοῦσαν καί ἔκλαιαν, καί ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καί ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτήν, ἔδειξαν ἀπιστία. Καί μετά ἀπ’ αὐτά φανερώθηκε μέ μορφή διαφορετική (ἀπό ὅτι ἦταν πρό τοῦ πάθους) σέ δυό ἀπ’ αὐ τούς (τούς Μαθητές), καθώς πήγαιναν σέ κάποιο χωράφι. Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καί τό ἀνήγγειλαν στούς ὑπολοίπους, ἀλλά οὔτε σ’ ἐκείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐνῷ εἶχαν καθίσει γιά δεῖπνο οἱ ἕνδεκα Μαθητές, φανερώθηκε σ’ αὐτούς καί ἐπέπληξε (ἐπέπληξε) τήν ἀπιστία καί τή σκληροκαρδία τους, διότι δέν πίστεψαν σ’ αὐτούς πού τόν εἶδαν ἀναστημένο. Καί εἶπε σ’ αὐτούς·πηγαίνετε σέ ὅλο τόν κόσμο καί κηρύξτε τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν κτίση.Ὅποιος πιστεύσει καί βαπτισθεῖ θά σωθεῖ, καί ὅποιος ἀπιστήσει θά καταδικασθεῖ. Καί θά ἐπακολουθήσουν σ’ αὐτούς πού θά πιστέψουν τά ἑξῆς σημεῖα (θαύματα). Στό ὄνομά μου θά βγάλουν δαιμόνια· θά μιλήσουν μέ καινούριες γλῶσσες· θά πιάσουν καί θά σηκώσουν φίδια· καί ἄν πιοῦν κάποιο θανατηφόρο δηλητήριο, δέν θά τούς βλάψει· θά βάλλουν τά χέρια τους ἐπάνω σέ ἀρρώστους καί θά γίνουν καλά. Ὁ Κύριος λοιπόν, ἀφοῦ μίλησε σ’ αὐτούς, ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ. Καί ἐκεῖνοι ἀφοῦ βγῆκαν κήρυξαν παντοῦ, ἐνῷ ὁ Κύριος ἦταν συνεργός (τούς βοηθοῦσε) καί βεβαίωνε τό λόγο τους μέ τά σημεῖα (τά θαύματα) πού ἐπακολουθοῦσαν. Ἀμήν.

================================================

 Δ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον γυναῖκες ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου, καὶ ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις· ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν, εἶπον πρὸς αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ' ἠγέρθη. Μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα. Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς, ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

                               ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Δ΄.ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).

 Κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας βαθιά ἦλθαν κάποιες γυναῖκε στό μνῆμα φέρνοντας ἀρώματα πού ἑτοίμασαν, καί μερικές ἄλλες μαζί τους. Καί βρῆκαν τόν λίθο ἀποκυλισμένο ἀπό τό μνημεῖο, καί ἀφοῦ μπῆκαν μέσα, δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἐνῷ ἀποροῦσαν αὐτές γι’ αὐτό, ξαφνικά παρουσιάσθηκαν σ’ αὐτές δύο ἄνδρες μέ στολές πού ἄστραφταν καί ἐνῷ αὐτές φοβήθηκαν καί ἔσκυβαν τό πρόσωπο στή γῆ, εἶπαν σ’ αὐτές· γιατί ζητεῖτε μαζί μέ τούς νεκρούς; δέν εἶναι ἐδῶ, ἀλλά ἀναστήθηκε·θυμηθεῖτε τί σᾶς εἶπε, ὅταν ἀκόμη ἦταν στή Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι πρέπει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος, νά παραδοθεῖ σέ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί νά σταυρωθεῖ καί τήν τρίτη ἡμέρα νά ἀναστηθεῖ. Καί θυμήθηκαν τά λόγια του καί ἐπιστρέφοντας ἀπό τό μνημεῖο τά ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτά στούς ἕνδεκα καί σέ ὅλους τούς ὑπολοίπους. Καί ἦταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Ἰωάννα καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί οἱ ὑπόλοιπες μαζί τους, οἱ ὁποῖες ἔλεγαν αὐτά στούς Ἀποστόλους, καί τούς φάνηκαν ὡς παραλήρημα τά λόγια τους καί δυσπιστοῦσαν σ’ αὐτές, καί ὁ Πέτρος, ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔτρεξε στό μνημεῖο, καί ἀφοῦ ἔσκυψε, βλέπει τά σάβανα ἀφημένα μόνα χωρίς τό σῶμα καί γύρισε στό κατάλυμα πού ἔμενε θαυμάζοντας γι’ αὐτό πού ἔγινε.

==================================================

Ε'. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ’. 12-35).

 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς· καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς  ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποί; Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν; ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται. Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν λέγοντες· μεῖνον μεθ' ἡμῶν, οτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθη Σίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

                                     ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ε΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ’. 12-35).

 Κατά τόν καιρό ἐκεῖνο ὁ Πέτρος σηκώθηκε καί ἔτρεξε στό μνημεῖο καί σκύβοντας βλέπει τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι μόνοι χωρίς τό σῶμα κάτω στό δάπεδο, καί ἐπέστρεψε, στό κατάλυμα ὅπου ἔμενε, θαυμάζοντας γι’ αὐτό πού ἔγινε. Καί νά, δύο ἀπό τούς Μαθητές πήγαιναν τήν ἴδια ἡμέρα σἐ ἔνα χωριό πού ἀπεῖχε ἑξήντα στάδια (ἕνδεκα περίπου χιλιόμετρα) ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ πού λεγόταν Ἐμμαούς· καί αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού ἔγιναν. Καί συνέβη, ἐνῷ μιλοῦσαν αὐτοί καί συζητοῦσαν, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τούς πλησίασε καί πήγαινε μαζί τους· καί τά μάτια τους ἐμποδίζονταν, γιά νά μή τόν ἀναγνωρίσουν. Καί τούς εἶπε· ποιά εἶναι τά ζητήματα αὐτά τά ὁποῖα συζητεῖτε μεταξύ σας περιπατώντας καί εἶστε σκυθρωποί; Καί ἀποκρίθηκε ὁ ἕνας πού λεγόταν Κλεόπας καί τοῦ εἶπε· Ἐσύ μόνος ἀπό τούς ξένους μένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέ γνωρίζεις ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτήν αὐτές τίς ἡμέρες; Καί τούς εἶπε· ποιά; Καί ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν· αὐτά πού ἔγιναν σχετικά μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Προφήτης δυνατός σέ ἔργα καί λόγια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ, καί πῶς τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν; κι' ἐμεῖς ἐλπίζαμε, ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπρόκειτο νά σώσει τόν Ἰσραήλ. Ὅμως μαζί μέ ὅλα αὐτά εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀφότου ἔγιναν αὐτά (καί δέν συνέβη τίποτε). Ἀλλά καί κάποιες γυναῖκες ἀπό ἐμᾶς μᾶς ἐξέπληξαν γιατί πῆγαν πολύ πρωΐ στό μνημεῖο, καί ἀφοῦ δέ βρῆκαν τό σῶμα του, ἦλθαν λέγοντας ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία (ἐμφάνιση) Ἀγγέλων, πού ἔλεγαν ὅτι αὐτός ζεῖ. Καί πῆγαν μερικοί ἀπό μᾶς στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι, ὅπως εἶπαν καί οἱ γυναῖκες, ἀλλά αὐτόν δέν τόν εἶδαν. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε σ’ αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καί βραδυκίνητοι στήν καρδιά, στό νά πιστεύετε ὅλα, ὅσα εἶπαν οἱ Προφῆτες! Δέν ἔπρεπε ὁ Χριστός νά πάθει αὐτά καί νά εἰσέλθει στή δόξα του; Καί ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Μωυσῆς καί ὅλοι οἱ Προφῆτες, ἐξηγοῦσε σ’ αὐτούς τά γραφόμενα σχετικά μέ αὐτόν σέ ὅλες τίς Γραφές. Καί πλησίασαν στό χωριό, ὅπου πήγαιναν καί ὁ ἴδιος προσποιήθηκε, ὅτι θά προχωροῦσε μακρύτερα. Καί τόν ἀνάγκασαν παρακαλώντας καί λέγοντας· μεῖνε μαζί μας, γιατί πλησιάζει νά βραδυάσει καί προχώρησε ἡ ἡμέρα πρός τή Δύση. Και μπῆκε στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους. Καί συνέβη τό ἑξῆς: Ὅταν κάθισε αὐτός μαζί τους, πῆρε τό ψωμί τό εύλόγησε καί ἀφοῦ τό τεμάχισε τό ἔδινε σ’ αὐτούς. Καί ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν καλά· ἀλλά Ἐκεῖνος ἔγινε ἄφαντος ἀπ’ αὐτούς. Καί εἶπαν μεταξύ τους· δέν καιγόταν ἡ καρδιά μας μέσα μας, καθώς μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Καί ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ καί βρῆκαν συγκεντρωμένους τούς ἕνδεκα Μαθητές καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, πού ἔλεγαν, ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἀληθινά καί ἐμφανίσθηκε στόν Σίμωνα (τόν Πέτρο). Καί αὐτοί διηγοῦνταν, ὅσα συνέβη- σαν στό δρόμο, καί πῶς ἀναγνωρίσθηκε ἀπ΄ αὐτούς, στόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου.

==================================================

ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν Μαθητῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι, ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε· ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς· ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου·καὶ λαβὼν, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωσέως καὶ Προφήταις καὶ Ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν, τοῦ συνιέναι τὰς Γραφάς· καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτι οὕτω γέγραπται, καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν, καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ' αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ, προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης. Καὶ ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ Ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.

                                          ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53).

Τόν καιρό ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τούς νεκρούς, στάθηκε ἀνάμεσα στούς Μαθητές του καί λέγει σ’ αὐτούς· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Καί ταραγμένοι καί φοβισμένοι νό- μιζαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα (ψυχή νεκροῦ χωρίς σῶμα). Καί εἶπε σ’ αὐτούς· γιατί εἶσθε ταραγμένοι, καί γιατί ἀνεβαίνουν λογισμοί ἀμφιβολίας στό νοῦ σας; δεῖτε τά χέ- ρια μου καί τά πόδια μου, ὅτι εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος· ψηλαφῆστε με καί δεῖτε, ὅτι τό πνεῦμα δέν ἔχει σάρκα καί ὀστά, ὅπως βλέπετε ἐμένα νά ἔχω. Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια καί τά πόδια του. Καί ἐπειδή αὐτοί ἀπιστοῦσαν ἀκόμη ἀπό τή χαρά τούς εἶπε· ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγώσιμο; Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ἀπό ψημένο ψάρι καί κηρήθρα μέ μέλι, καί ἀφοῦ τά πῆρε, ἔφαγε μπροστά τους. Καί τούς εἶπε· αὐτά τά γεγονότα εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων πού σᾶς εἶπα, ὅταν ἀκόμη ἤμουν μαζί σας, ὅτι ἔπρεπε νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα τά γραμμένα στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ καί στούς Προφῆτες καί στούς ψαλμούς γιά μένα. Τότε ἄνοιξε τό νοῦ τους, νά κατανοήσουν τίς Γραφές, καί εἶπε σ’ αὐτούς· ὅτι ἔτσι ἔχει γραφεῖ, καί ἔτσι ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός, καί νά ἀναστηθεῖ κατά τήν τρίτη ἡμέρα, καί νά κηρυχθεῖ σέ σχέση μέ τό ὄνομά του μετάνοια καί συγχώρηση ἁμαρτιῶν σέ ὅλα τά ἔθνη ἀρχίζοντας ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ. Κι ἐσεῖς θά εἶσθε μάρτυρες γι’ αὐτά. Καί νά, ἐγώ ἀποστέλλω τήν ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα μου σ’ ἐσᾶς· καί σεῖς καθίστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ, ἕως ὅτου ντυθεῖτε δύναμη ἀπό τόν οὐρανό. Καί τούς ἔβγαλε ἔξω μέχρι τή Βη- θανία καί ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια του τούς εὐλόγησε. Καί συνέβη, ἐνῷ αὐτός τούς εὐλογοῦσε, χωρίσθηκε ἀπ’ αὐτούς καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Καί αὐτοί, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ χαρά μεγάλη. Καί σύχναζαν πάντοτε στόν ναό ὑμνώντας καί δοξολογώντας . τόν Θεό. Ἀμήν (Ἀληθινά)..

================================================

Ζ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 1-10).

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον· καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον Μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου, καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος Μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλος Μαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια· οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα· καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος Μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι. Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ Μαθηταί.

                                      ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ζ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄.1-10).

Τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἔρχεται πρωΐ στό μνημεῖο, ἐνῷ ἀκόμη ἦταν σκοτάδι, καί βλέπει ν λίθο (τήν πέτρα) νά εἶναι σηκωμένος ἀπό τό μνημεῖο. Τρέχει λοιπόν καί ἔρχεται στό Σίμωνα πού λεγό- ταν καί Πέτρος καί στόν ἄλλο Μαθητή τόν ὁποῖον ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς καί λέγει σ’ αὐτούς· Πῆραν τόν Κύριο ἀπό τό μνημεῖο καί δέν γνωρίζουμε ποῦ τόν τοποθέτησαν. Βγῆκε λοιπόν ο Πέτρος καί ὁ ἄλλος Μαθητής καί πήγαιναν πρός τό μνημεῖο. Καί ἔτρεχαν καί οἱ δυό μαζί· καί ὁ ἄλλος Μαθητής ἔτρεξε καί ἔφθασε γρηγορότερα ἀπό τόν Πέτρο καί ἦλθε πρῶτος στὀ μνημεῖο, καί ἀφοῦ ἔσκυψε βλέπει τά σάβανα ἀφημένα, ἀλλά δέν εἰσῆλθε (δέν μπῆκε μέσα). Ἔρχεται λοιπόν ὁ Σίμων ὁ Πέτρος ἀκολουθώντας τον καί εἰσῆλθε μέσα στό μνημεῖο καί βλέπει τά σάβανα ἀφημένα καί τό σουδάριο (τό κάλυμμα τῆς κεφαλῆς) ἀφημένο ὄχι μαζί μέ τά σάβανα, ἀλλά χωριστά τυλιγμένο σέ μία ἄκρη. Τότε λοιπόν εἰσῆλθε καί ὁ ἄλλος Μαθητής πού ἦλθε πρῶτος στό μνημεῖο καί εἶδε καί πίστεψε ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Διότι δέν γνώριζαν ἀκόμη καθαρά τίς προφητεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι πρέπει αὐτός νά άναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς.

===============================================

Η'. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω· ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνη μεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις; λέγει αὐτοῖς· ὅτι ᾖραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν· καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας, αὐτὸν κᾀγὼ αὐτὸν ἀρῶ· λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία· στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ῥαββουνί· ὃ λέγεται Διδάσκαλε· λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, μή μου ἃπτου· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν Πατέρα μου, πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν· ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς Μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον· καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

                                      ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Η΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).

 Τόν καιρό ἐκεῖνο ἡ Μαρία (ἡ Μαγδαληνή) στεκόταν κοντά στό μνημεῖο κλαίοντας ἀπ’ ἔξω. Καθώς λοιπόν ἔκλαιε, παράσκυψε στό μνημεῖο καί βλέπει δύο Ἀγγέλους νά κάθονται λευκοφορεμένοι, ἕνας πρός τό κεφάλι καί ἕνας πρός τά πόδια, ὅπου ἦταν θαμμένο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καί τῆς λένε ἐκεῖνοι· γυναίκα, γιατί κλαῖς; τούς λέει· κλαίω, γιατί πῆραν τόν Κύριό μου ἀπό τό μνημεῖο καί δέν γνωρίζω ποῦ τόν ἔβαλαν, καί λέγοντας αὐτά στράφηκε πρός τά πίσω, καί βλέπει τόν Ἰησοῦ νά στέκεται, καί δέν κατάλαβε ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· γυναίκα γιατί κλαῖς; ποιόν ἀναζητεῖς; Ἐκείνη νομίζοντας ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός τοῦ λέγει· Κύριε, ἄν ἐσύ τόν μετέφερες, πές μου ποῦ τόν ἔβαλες καί ἐγώ θά τόν πάρω. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· Μαρία. Ἐκείνη στράφηκε καί τοῦ λέγει· Ραββουνί, πού σημαίνει Διδάσκαλε· τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς μή μέ ἀγγίζεις, διότι δέν ἀνέβηκα ἀκόμη στόν Πατέρα μου· ἀλλά πήγαινε στούς ἀδελφούς μου καί πές τους· ἀνεβαίνω στόν Πατέρα μου καί Πατέρα σας, καί Θεό μου καί Θεό σας. Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀναγγέλλοντας στούς Μαθητές ὅτι εἶδε τόν Κύριο καί ὅτι τῆς εἶπε αὐτά

===============================================

Θ'. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 19-31).

 Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ Μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ· ἐχάρησαν οὖν οἱ Μαθηταὶ ἰδόντες τόν Κύριον. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν·εἰρήνη ὑμῖν, καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ Πατήρ, κᾀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. Ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφιένται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Θωμᾶς δέ, εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν, ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς.Ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι Μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσίν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ Μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ἡμῖν. Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾶ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ᾧδε, καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πι στός. Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Θωμᾶς, καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες, καὶ πιστεύσαντες. Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστιν γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες, ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

                                      ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Θ΄ . ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 19-31).

 Ἐνῷ ἦταν βράδυ κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, καί ἐκεῖ, ὅπου ἦταν συγκεντρωμένοι οἱ Μαθητές, ἐνῷ ἦταν κλειστές οἱ θύρες ἀπό τό φόβο τῶν Ἰουδαίων, ἦλθε ὁ Ἰησοῦς καί στάθηκε στή μέση καί τούς λέγει· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Καί λέγοντας αὐτό ἔδειξε σ’ αὐτούς τά χέρια καί τήν πλευρά του. Χάρηκαν λοιπόν οἱ Μαθητές, ὅταν εἶδαν τόν Κύριο. Εἶπε λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς πάλι· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Ὅπως μέ ἀπέστειλε ὁ Πατέρας, ἔτσι κι ἐγώ στέλνω ἐσᾶς. Καί μόλις εἶπε αὐτό φύσησε σ’ αὐτούς καί τούς λέγει, λάβετε Πνεῦμα Ἅγιο· ἐάν σέ κάποιους συγχωρήσετε τίς ἁμαρίες τους, συγχωροῦνται σ’ αὐτούς, ἐάν σέ κάποιους τίς κρατήσετε παραμένουν ἀσυγχώρητες. Καί ὁ Θωμᾶς, πού στά Ἑλληνικά σημαίνει Δίδυμος, δέν ἦταν μαζί τους, ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς. Τοῦ ἔλεγαν λοιπόν οἱ ἄλλοι Μαθητές· εἴδαμε τόν Κύριο· Κι ἐκεῖνος εἶπε σ’ αὐτούς· ἐάν δέν ἰδῶ στά χέρια του τά σημάδια τῶν καρφιῶν, καί δέν βάλω τό δάκτυλό μου στά σημάδια τῶν καρφιῶν, καί δέν βάλω τό χέρι μου στήν πλευρά του, δέν θά πιστέψω. Καί μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες πάλι ἦταν μέσα οἱ Μαθητές του καί ὁ Θωμᾶς μαζί τους. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ἐνῷ ἦταν κλεισμένες οἱ θύρες, καί στάθηκε στή μέση καί εἶπε· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Ἔπειτα λέγει στό Θωμᾶ· Φέρε τό δάκτυλό σου ἐδῶ, καί δές τά χέρια μου, καί φέρε τό χέρι σου καί βάλε το στήν πλευρά μου, καί μή γίνεσαι ἄπιστος ἀλλά πιστός. Καί ἀποκρίθηκε ὁ Θωμᾶς καί τοῦ εἶπε· εἶσαι ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου. Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· πίστεψες, ἐπειδή μέ εἶδες· θά εἶναι μακάριοι ἐκεῖνοι πού δέν θά μέ δοῦν, ἀλλά θά πιστέψουν σ’ ἐμένα. Ὁ Ἰησοῦς βέβαια ἔκανε καί ἄλλα πολλά θαύματα μπροστά στούς Μαθητές του, τά ὁποῖα δέν εἶναι γραμμένα στό βιβλίο αὐτό· αὐτά ὅμως γράφηκαν γιά νά πιστέψετε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί πιστεύοντας νά ἔχετε ζωή χάρη στό ὄνομά του. Ἔπειτα λοιπόν ἀπ’ αὐτά οἱ Μαθητές ἐπέστρεψαν πάλι στό κατάλυμά τους.

==================================================

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Μαθη τῶν αὐτοῦ δύο. Λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος· Ὑπάγω ἁλιεύειν. Λέγουσιν αὐτῷ·ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. Ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν. Πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ Μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ· ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. Ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. Λέγει οὖν ὁ Μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατοἦν γὰρ γυμνὸς καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ ἄλλοι Μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ' ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. Ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν, καὶ Τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν Μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν. Σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. Ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς, καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

                                  ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε στούς Μαθητές του τόν ἑαυτό του στή θάλασσα τῆς Τιβεριάδας, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς· καί τόν φανέρωσε ὡς ἑξῆς· ἦταν μαζί ὁ Σίμων ὁ Πέτρος καί ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καί ὁ Ναθαναήλ ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καί οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί ἄλλοι δύο ἀπό τούς Μαθητές του. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Σίμων ὁ Πέτρος· πηγαίνω νά ψαρέψω. Τοῦ λένε· ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν καί ἀνέβηκαν στό πλοῖο ἀμέσως, καί δέν ἔπιασαν τίποτε ἐκείνη τή νύχτα. Καί ὅταν ἔγινε πλέον πρωΐ, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στήν ἀκρογιαλιά· δέν γνώριζαν ὅμως οἱ Μαθητές ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Λέγει λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιά φαγητό; τοῦ ἀποκρίθηκαν· ὄχι. Καί Ἐκεῖνος εἶπε σ’ αὐτούς· ρίξτε τό δίχτυ στά δεξιά μέρη τοῦ πλοίου καί θά βρῆτε. Τό ἔρριξαν λοιπόν καί δέν μπόρεσαν νά τό ἀνασύρουν ἀπό τό πλῆθος τῶν ψαριῶν. Λέγει λοιπόν ὁ Μαθητής ἐκεῖνος τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς στόν Πέτρο· ὁ Κύριος εἶναι. Ὁ Σίμων λοιπόν ὁ Πέτρος μόλις ἄκουσε ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικά τόν ἐργατικό σάκκο του, γιατί ἦταν σχεδόν γυμνός, καί ρίχθηκε ὁρμητικά στή θάλασσα· ἐνῷ οἱ ἄλλοι Μαθητές ἦλθαν μέ τό πλοιάριο, διότι δέν ἦταν μακριά ἀπό τήν ξηρά, ἀλλά περίπου διακόσιους πήχεις (150 μέτρα) σέρνοντας τό δίχτυ μέ τά ψάρια. Μόλις λοιπόν ἀποβιβάσθηκαν στήν ξηρά, βλέπουν ἕτοιμα ἀναμμένα κάρβουνα καί ἕνα ψάρι τοποθετημένο ἐπάνω τους καί ψωμί. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· φέρετε ἀπό τά ψάρια πού πιάσατε τώρα. Ἀνέβηκε λοιπόν στό πλοῖο ὁ Σίμων Πέτρος καί ἔσυρε ἐπάνω στήν ξηρά τό δίχτυ γεμάτο ἀπό ἑκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Καί μολονότι ἦταν τόσο πολλά καί μεγάλα, δέν σχίσθηκε τό δίχτυ. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· ἐλᾶτε τώρα νά πάρετε τό πρωϊνό σας. Καί ἀπό σεβασμό κανείς ἀπό τούς Μαθητές δέν τολμοῦσε νά τόν ἐξετάσει καί νά τόν ἐρωτήσει ποιός εἶσαι ἐσύ, ἐπειδή γνώριζαν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος. Ἔρχεται λοιπὀν ὁ Ἰησοῦς καί παίρνει στά χέρια του τόν ἄρτο (τό ψωμί) καί τόν μοιράζει σ’ αὐτούς καί τό ψάρι ἐπίσης. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη φορά πού φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς Μαθητάς του, ἀφ’ ὅτου ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

 

 

ΙΑ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 15-25).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, καὶ λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾶς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ· ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· βόσκε τὰ ἀρνία μου. Λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με; λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ· ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. Λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; Ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με; Καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς. Βόσκε τὰ πρόβατά μου. Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτόν, καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καί οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. Τοῦτο δὲ εἶπε, σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. Καὶ τοῦτο εἰπών, λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. Ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν Μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφούς, ὅτι ὁ Μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνῄσκει, καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει· ἀλλ' ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σὲ; Οὗτός ἐστιν ὁ Μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων , καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. Ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ' ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

                                        ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΙΑ΄.ΕΩΘΙΝΟ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 15-25).

 Ἐκεῖνο τόν καιρό φανερώθηκε ὁ Ἰησούς τούς Μαθητές του, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς καί λέγει στόν Σίμωνα Πέτρο· Σίμων γιέ τοῦ Ἰωνᾶ, μέ ἀγαπᾷς περισσότερο ἀπ’αὐτούς; τοῦ ἀπαντᾷ· ναί, Κύριε, Ἐσύγνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ ἀπαντᾷ (ὁ Κύριος)· βόσκε τά λογικά μου ἀρνάκια. Τοῦ λέγει πάλι γιά δεύτερη φορά· Σίμων γιέ τοῦ Ἰωνᾷ μέ ἀγαπᾷς; τοῦ λέγει· ναί, Κύριε, Ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ· τοῦ λέγει· βόσκε τά πρόβατά μου. Λέγει σ’ αὐτόν γιά τρίτη φορά· Σίμων γιέ τοῦ Ἰωνᾶ μέ ἀγαπᾷς; λυπήθηκε ὁ Πέτρος, γιατί τοῦ εἶπε γιά τρίτη φορά, μέ ἀγαπᾷς, καί τοῦ εἶπε· Κύριε, Ἐσύ ὅλα τά γνωρίζεις, Ἐσύ γνωρίζεις ὅτι σέ ἀγαπῶ. Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τά πρόβατά μου. Ἀλήθεια ἀλήθεια σοῦ λέγω, ὅταν ἤσουν νεώτερος, ἔζωνες μόνος τόν ἑαυτό σου καί βάδιζες ὅπου ἤθελες· ὅταν ὅμως γεράσεις, τότε θά ἁπλώσεις τά χέρια σου καί ἄλλοςθά σέ ζώσει καί θά σέ ὁδηγήσει ὅπου δέν θά θέλεις. Καί τό εἶπε αὐτό ὑποδηλώνοντας μέ ποιό θάνατο θά δοξάσει τόν Θεό. Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τοῦ λέγει· ἀκολούθησέ με. Καί ἀφοῦ στράφηκε πίσω ὁ Πέτρος, βλέπει τόν Μαθητή πού ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς νά ἀκαλουθεῖ, ὁ ὁποῖος καί ἔπεσε στό στῆθος του κατά τό Μυστικό Δεῖπνο καί εἶπε· Κύριε, ποιός εἶναι αὐτός πού θά σέ παραδώσει; αὐτόν βλέποντας ὁ Πέτρος λέγει στόν Ἰησοῦ· Κύριε, καί αὐτός τί θά γίνει; τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἐάν ὑποτεθεῖ ὅτι θέλω νά μείνει αὐτός (στή ζωή) μέχρι νά ἀπανέλθω (στή δευτέρα παρουσία), τί σέ ἐνδιαφέρει; Ἐσύ ἀκολούθησέ με. Διαδόθηκε λοιπόν ὁ λόγος αὐτός μεταξύ τῶν ἀδελφῶν, ὅτι ὁ Μαθητής ἐκεῖνος δέν πεθαίνει· Καί δέν τοῦ εἶπε ὁ Ἰησοῦς ὅτι δέν πεθαίνει, ἀλλά ἐάν ὑποτεθεῖ ὅτι θέλω νά μείνει αὐτός (στή ζωή) μέχρι νά ἀπανέλθω (στή δευτέρα παρουσία), τί σέ νοιἀζει ἐσένα; Αὐτός εἶναι ὁ Μαθητής ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νά δίνει τή μαρτυρία του γι’ αὐτά καί ὁ ὁποῖος τά ἔγραψε, καί γνωρίζουμε ὅτι εἶναι ἀληθινή ἡ μαρτυρία του. Ὑπάρχουν βέβαια καί ἄλλα πολλά, ὅσα ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, τά ὁποῖα ἄν γραφόταν τό κάθε ἕνα λεπτομερῶς, νομίζω ὅτι οὔτε ὅλος ὁ κόσμος δέ θά χωροῦσε τά βιβλία πού θά γράφονταν. Ἀμήν





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου