Ε.Ι.Π.Α.Σ.
Τα 5 Ισχυρά Ανίκητα Όπλα
της Εκκλησίας
((
δίνω μεταφορική έννοια ))
1) Εκκλησιασμός
----- πιστόλι με 13 σφαίρες
2) Νηστεία
----- // 33 //
3) Προσευχή
-----
// 53 //
Σύνολο 99 σφαίρες
4) Εξομολόγηση ----- Καλάζνικοφ με 999 σφαίρες
Θεία
κοινωνία ----- Πύραυλος εδάφους --- αέρος---
που
δεν αφήνει τίποτα όρθιο.
Έχει
έναν χημικό Πυρηνικό
αντιδραστήρα --- το Αίμα
του
Χριστού , --- είναι υψηλής
θερμότητος και φλόγας , πού
παράγεται απ’ ευθείας από
καυστήρες --- τούς
μαργαρίτες ,
το
Σώμα του Χριστού --- αυτά τα δύο
θωρακίζουν την ψυχή και το σώμα του
ανθρώπου από κάθε ορατό και αόρατο
εχθρό.
Τώρα
εσύ χριστιανέ κανόνισε τη θα πάρεις !
Ή τα
παραπάνω, ή τα άλλα τά του κόσμου ξυλο-
Κέρατα
, Υπερηφάνεια , Φιλαργυρία , Πορνεία , φθόνο , Γαστριμαργία , Ακηδία , ………… Αν πάρεις τα πρώτα θα έχεις ζωή αιώνιο , αν πάρεις τα δεύτερα θα είσαι νεκρός .
Τα
πρώτα δίνουν Παράδεισο , τα δεύτερα ---ξυλοκέρατα --Κόλαση !
Ο άνθρωπος τού κόσμου τούτου λέει.
===
Το πρωινό της Κυριακής δεν είναι για Εκκλησιασμό , αλλά για ξεκούραση. Αφού
ξυπνήσω μετά της 10:00 θα ποιό το καφεδάκι μου και θα πάρω το πρωινό κολατσιό
μου ……
=== Η
προσευχή είναι για τα παιδάκια …..
=== Η
νηστεία είναι παρωχημένη , ξεπερασμένη , αναχρονιστική......
===
Την εξομολόγηση την αντικαθιστά και ο ψυχίατρος και ο ψυχαναλυτής …..
===
Και η Θεία Κοινωνία είναι για τον άρρωστο λίγες ώρες πρίν πεθάνει……..
Ναι όμως , αν πεθάνεις
πρίν πεθάνεις , δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις.
Περί
του Βαπτίσματος , και Χρίσματος
Το Βάπτισμα διά τού ύδατος και του
Χρίσματος γίνεται στον άνθρωπο μία φορά.
Έπονται τα άλλα Μυστήρια τα οποία χρειαζόμαστε σχεδόν καθημερινά ,
Εκκλησιασμός , Νηστεία , Προσευχή , Εξομολόγηση , Θεία Κοινωνία . Πρίν αναφέρω τα πέντε δυναμικά όπλα της
Εκκλησίας , θα ήθελα να δούμε το Μυστήριο του Βαπτίσματος.
«Σφραγίδα δωρεάς Πνεύματος Αγίου»
Η
εξέλιξη του μυστηρίου του Χρίσματος στη Χριστιανική Εκκλησία
Η
είσοδος του πιστού στο εκκλησιαστικό σώμα συνιστά σημείο αφετηριακό για τη ζωή και
τη σωτηρία του. Σημείο εκκίνησης για αυτή τη νέα πορεία αποτελεί το μυστήριο
του Βαπτίσματος, δια του οποίου ο παλαιός άνθρωπος αναγεννιέται και καθαρίζεται
από τον σπίλο της προγονικής παρακοής. Η αφετηριακή αυτή επαφή του ανθρώπου με
την Εκκλησία και την οδό προς τη σωτηρία είναι απλά και μόνο η έναρξη της
πορείας για τη συσσωμάτωση του πιστού στο εκκλησιαστικό σώμα. Σύμφωνα με τον
Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, οι νεοφώτιστοι δεν μπορούν να κληθούν χριστιανοί, «ἀλλ’
ὁδεύοντες εἰς τὸ εἶναι χριστιανοί». Η απόκτηση της ιδιότητας του μέλους της
χριστιανικής σύναξης δίδεται στον βαπτιζόμενο με το μυστήριο του Χρίσματος και
την απόδοση των αγιοπνευματικών χαρισμάτων που η χρίση δι’ Αγίου Μύρου
επιφέρει.
Το Χρίσμα συνιστά τον δεύτερο πυλώνα του «μυστηρίου της μυήσεως». Ως «μυστήριο της μυήσεως» εννοείται η κοινή μυστηριακή θεώρηση Βαπτίσματος- Χρίσματος και Θείας Ευχαριστίας, διά μέσου των οποίων ο άνθρωπος καθίσταται μέλος του σώματος του Χριστού, δηλαδή της Εκκλησίας. Η ενότητα των τριών αυτών μυστηρίων οδηγεί πλειάδα Πατέρων της Εκκλησίας να τα θεωρούν ως ένα και αδιάσπαστο μυστήριο, με κεφαλαιώδη σημασία για την ζωή του πιστού.
Το Χρίσμα αποτελεί μυστήριο τελούμενο μόνο μία φορά στη ζωή του πιστού και δεν
μπορεί να επαναληφθεί. Εξαίρεση
αποτελεί η χρίση για δεύτερη φορά όσων εξέπεσαν σε αιρετική πλάνη,
απομακρύνθηκαν από την Εκκλησία και τη διδασκαλία της, αλλά επανήλθαν σε αυτή
μετανοώντας για την παρακοή τους.
Το μυστήριο του Χρίσματος δεν καθιερώνεται ρητά από τον ίδιο τον Κύριο.
Αναφορές για αυτό συναντούμε στο βιβλίο των Πράξεων (Πραξ. η’, 14-17. ιθ’,
2-6), στη Β’ προς Κορινθίους Επιστολή (Β’ Κορ. α’, 21-22) και στην Α’ Ιωάννου
Καθολική Επιστολή (Α’ Ιω. β’, 20-27). Στη χριστιανική γραμματεία πρώτη αναφορά
συναντούμε στον εκκλησιαστικό συγγραφέα Τερτυλλιανό, ενώ ακολουθεί πλειάδα
αναφορών σε όλους τους επόμενους χρονολογικά πατέρες.
Στην αρχαία Εκκλησία το χρίσμα γινόταν από τους Αγίους Αποστόλους ή τους
διαδεχθέντες αυτούς επισκόπους. Οι τελούντες το βάπτισμα επίσκοποι έθεταν τη
χείρα τους στη κεφαλή του νεοφώτιστου και επικαλούνταν την αγιοπνευματική
χαρίτωσή του. Σταδιακά, από τον Β’ αιώνα και εξής, αντί χειροτονίας γινόταν
χρίση των βαπτισμένων με ευλογημένο έλαιο, το μύρο, σύμφωνα και με την σημερινή
λειτουργική πρακτική. Η μεταβολή αυτή υπαγορεύθηκε από τη ραγδαία αύξηση των
πιστών κάθε επισκοπής και τη συνεπαγόμενη αδυναμία του επιχωρίου αρχιερέα να
τελέσει το βάπτισμα και το χρίσμα όλων των προσερχόμενων σε αυτό.
Έτσι,
το αρχιερατικό προνόμιο της χρίσεως των βαπτιζομένων εκχωρείται και στους
πρεσβυτέρους. Στη Δυτική Εκκλησία η πρακτική αυτή δεν καθιερώθηκε. Το χρίσμα
συνιστά ως τις μέρες μας πράξη τελουμένη μονάχα από τον αρχιερέα. Στην Ανατολή,
η διά χειροτονίας και η διά Αγίου Μύρου χρίση των νεοφωτιστών συνυπάρχουν για
μερικούς αιώνες ακόμη, ώσπου τελικά η δια χρίσεως τελετουργική παράδοση
επικρατεί.
Ο καθαγιασμός του μύρου για το χρίσμα του νεοφωτίστου παρουσιάζει τελετουργική
εξέλιξη ανά τους αιώνες. Αρχικά, με αφετηρία τον Β’ αιώνα, το μύρο ευλογούσε ο
αρχιερέας κατά την ώρα της τελέσεως του μυστηρίου του Βαπτίσματος, αμέσως μετά
τον καθαγιασμό του ύδατος. Σταδιακά, η ευλογία του μύρου προς χρίση των βαπτιζομένων
απομακρύνεται από το Βάπτισμα και θεσμοθετείται ειδική προς τον σκοπό αυτό
ακολουθία. Σε πρώτη φάση η ακολουθία αυτή παραμένει στα πλαίσια της τοπικής
Εκκλησίας, τελούμενη από τον επιχώριο επίσκοπο. Από τον Ζ’ αιώνα και εξής η
ακολουθία αυτή τελείται με ιδιαίτερη λαμπρότητα μία φορά τον χρόνο, τη Μεγάλη
Πέμπτη, πρακτική που ακολουθείται ως σήμερα σε Ανατολή και Δύση.
Αργότερα, ο καθαγιασμός του Αγίου Μύρου περιορίζεται μόνο στους πέντε
πατριαρχικούς θρόνους της Πενταρχίας, ενώ από τον ΙΔ’ αιώνα και εξής δυνατότητα
παραγωγής και ευλογίας Αγίου Μύρου στην Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μόνο ο
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και η περί αυτόν Ιερά Σύνοδος. Ο καθαγιασμός του
Αγίου Μύρου μόνο από τον Κωνσταντινουπόλεως και η διανομή του από αυτόν σε κάθε
τοπική Εκκλησία συνιστά στοιχείο ενότητας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά και
σημάδι τιμής προς την πρωτόθρονη Εκκλησία. Σχετική μαρτυρία συναντούμε ήδη κατά
τα τέλη του ΙΔ’ αιώνα στα έργα του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης.
Συνεκδοχικά, η τέλεση του μυστηρίου του χρίσματος ουσιαστικά δεν διενεργείται
κατά την χρίση του νεοφώτιστου, αλλά κατά τον καθαγιασμό του Αγίου Μύρου. Αυτό
μαρτυρείται και από το γεγονός ότι κατά την χρίση ο λειτουργός δεν επικαλείται
το Άγιο Πνεύμα, όπως στα λοιπά μυστήρια, αλλά απαγγέλει την φράση «Σφραγὶς
δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν». Δηλώνει σαφώς την αγιοπνευματική
χαρίτωση του χριομένου, αλλά δεν επικαλείται το Άγιο Πνεύμα για τον καθαγιασμό
του μύρου, το οποίο έχει καθιερωθεί προδρομικά, κατά τον τρόπο που
προαναφέραμε. Το ίδιο ισχύει και για την «Ευχή του Μύρου», η οποία
προηγείται της χρίσεως.
Ο χρόνος τελέσεως του χρίσματος είναι η στιγμή αμέσως μετά το βάπτισμα.
Σχετικές αναφορές συναντούμε για πρώτη φορά στο βιβλίο των Πράξεων. Κανονική
θεμελίωση προσφέρει ο ΜΗ’ κανόνας της Συνόδου της Λαοδικείας. Στο Μρκ. α’,10
συναντούμε έμμεση μαρτυρία από τη ζωή του Χριστού. Κατά τη Βάπτιση του Κυρίου,
αμέσως μετά την ανάδυση Του από τα ιορδάνεια νάματα «εἶδε σχιζομένους τοὺς
οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ’ αὐτόν».
Παραλληλίζοντας το στιγμιότυπο αυτό και προσαρμόζοντάς το στο μυστήριο του
βαπτίσματος, όπου με τη χρίση με άγιο μύρο ο χριόμενος γίνεται επιδεκτικός των
χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, η θέση του χρίσματος τοποθετείται αμέσως
μετά την ανάδυση από το ύδωρ της κολυμβήθρας, την παράδοση στην αγκαλιά του
αναδόχου και ενόσω αναγιγνώσκεται ο λα’ Ψαλμός.
Η πρακτική αυτή δεν είναι αποδεκτή από τη Δυτική Εκκλησία. Το Χρίσμα δεν
τελείται συνημμένα με το Βάπτισμα, αλλά, εάν πρόκειται για νήπιο, τελείται στην
ηλικία των επτά ή δώδεκα ετών.
Αυτό
οφείλεται και στο γεγονός ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία το Χρίσμα τελεί κατά
αρχιερατική παραχώρηση και ο πρεσβύτερος, ενώ στη Δυτική Εκκλησία συνιστά
αποκλειστικά αρχιερατικό έργο. Επομένως, η συνημμένη τέλεση των δύο μυστηρίων
είναι εν πολλοίς αδύνατη.
Σήμερα, το μυστήριο του Χρίσματος βρίσκεται στη σκιά του μυστηρίου του
Βαπτίσματος, σε σημείο που η πλειονότητα των πιστών αγνοεί την ύπαρξή του.
Είναι στο χέρι του κληρικού να αναδείξει το μυστήριο από την γενικευμένη
αφάνεια στην οποία έχει περιέλθει, τονίζοντας τόσο τη συνοδευτική ευχή, όσο και
αυτή καθεαυτή τη σφράγιση του νεοφωτίστου με Άγιο Μύρο. Επίσης, ο κληρικός
μπορεί να αναδείξει τη σπουδαιότητα και τη νευραλγική θέση που αυτό κατέχει στη
ζωή του πιστού ομιλώντας σχετικώς και υποδεικνύοντας τη σημασία του
«ξεχασμένου» μυστηρίου. Την σφραγίδα ο χριστιανός , στο μέτωπο , θα την
έχει μαζί του «ως αναγνώριση» κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού
Η αξία του Εκκλησιασμού
Στό
διάβα τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν ἀξίες. Πνευματικά μεγέθη πού διορθώνουν,
καλλιεργοῦν, ἐξυψώνουν καί ἐκπολιτίζουν τόν ἒσω ἂνθρωπο.
Σ’αὐτά
ἀνήκει ὁ ἐκκλησιασμός καί μάλιστα ἐκεῖνος τῆς Κυριακῆς ἡμέρας, καθ’ ὃτι δέν
πρόκειται γιά μία ἡμέρα, ὃπως οἱ ἂλλες τῆς ἑβδομάδας , ἀλλά ἀπό τῶν πρὠτων
χριστιανικῶν αἰώνων ἒχει καθιερωθεῖ, ὡς ἡ κατ’ ἐξοχήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ἡμέρα
τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Κυριακή ὂντως ἀποπνέει μία ἱερότητα.
Ἰδιαίτερα
ὁ ἐκκλησιασμός κατά τήν ἠμέρα αὐτή εἶναι ἡ ὓψιστη ἒκφραση τῆς θεάρεστης
λατρείας πρός τό Θεό. Ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ ἀναφορά μας στό
Θεό, τό μέσο τῆς ἓνωσής μας μαζί Του, ἡ νοηματοδότηση τῆς ὓπαρξής μας, ἡ εὐχαριστία,
ἡ δοξολογία, ἡ ἱκεσία μας.
Ἐκεῖ,
στήν εὐχαριστιακή σύναξη συναντᾶμε ἀληθινά τόν συνάνθρωπό μας, μαθαίνουμε νά ἐλευθερωνόμαστε
, ν’ ἀγαπᾶμε, νά διακονοῦμε, νά εἰσερχόμεθα στό Μυστήριο τῆς Θείας χάριτος.
Αὐτό
σημαίνει «λειτουργημένος ἂνθρωπος» στή ζῶσα πραγματικότητα. Διότι δέν ἀρκεῖ νά ἰσχυριζόμαστε
ὃτι εἲμαστε ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Ὀφείλουμε νά ἐκκλησιαζόμεθα ὡς ἂτομα καί ὡς οἰκογένεια
.
Ἀπό
ποῦ ἀλλοῦ θά ἀντλήσουμε ἠθική δύναμη γιά τή συνέχιση τῆς πορείας τῆς ζωῆς μας;
Πῶς στή χοάνη τῆς παγκοσμιοποίησης θά διαφυλάξουμε τήν ἰδιοπροσωπεία μας;
Ὁ
ἐκκλησιασμός παραμυθεῖ, καταλαγιάζει τίς θλίψεις καί τίς ποικίλες δοκιμασίες τῆς
ζωῆς, ἐνδυναμώνει, φέρει ἐλπίδα στήν ψυχή καί καταλλαγή στίς διανθρώπινες
σχέσεις.
«Ἐν
ἐκκλησίας εὐλογεῖτε τόν Θεόν» (Ψαλμ. 67,27) θά μᾶς πεῖ ὁ Προφητάναξ. Καί θά
πρέπει μέ πίστη,μέ εὑλάβεια καί μέ διάθεση προσευχῆς νά προσερχόμεθα στούς
ναούς μας. Δέν νοεῖται χριστιανός χωρίς ἐκκλησιασμό τήν Κυριακή.
Ὀφείλουμε,
λοιπόν, ἐμείς οἱ ἲδιοι οἱ πιστοί χριστιανοί νά μήν ἀφήνουμε ἂδειους τούς ναούς
μας.
Ἂν
δέν ἐκκλησιαζόμεθα καί φθάσουμε σ’ αὐτό τό σημεῖο τῆς πνευματικῆς παρακμῆς,
καθ’ ὃτι περί αὐτοῦ πρόκειται, τότε ὡς ἂφρονες, θά ἰσχύει τό ψαλμικόν καί γιά μᾶς:
«Εἶπεν ἂφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἒστι Θεός»(Ψαλμ. 13, 1) ἀλλά καί τό: «Ἂνθρωπος
ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιὠθη αὐτοῖς»
(Ψαλμ. 48, 21).
Κατά
δέ τόν Ἱερό Χρυσόστομο, «ἂνθρωπος ἐστιν, οὐχ ὃστις ἁπλῶς, χεῖρας καί πόδας ἒχει
ἀνθρώπου, οὐχ ὃστις ἐστί λογικός μόνον, ἀλλ’ ὃστις εὐσέβειαν καί ἀρετήν ματά
παρρησίας ἀσκεῖ» (ΕΠ 49: 232). Αὐτή τήν εὐσέβεια καί τήν ἀρετή θά ἀποκτήσουμε
μέ τήν προσέλευσή μας στήν Ἐκκλησία.
Ἀποφυγή
τοῦ ἐκκλησιαμοῦ τῆς Κυριακῆς μέ διάφορες δικαιολογίες συνιστᾶ ἒλλειμα καί
πνευματική ἀμέλεια, ἐνῶ ἡ σύναξη «εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου», στό ναό, εἶναι
χάρις καί εὐλογία.
Ἐκεῖ
στό ναό συναντοῦμε τόν Χριστό, την Ὑπεραγία Θεοτόκο, τούς ἀγγέλους, τούς ἀγίους.
Μᾶς περιμένουν.
Κάθε
Κυριακή, λοιπόν, στήν Ἐκκλησία, στό ναό τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὓψιστο πνευματικό μας
καθῆκον.
Δεν περιοριζόμεθα μόνο στον Εκκλησιασμό
Υπάρχει και το θεολογικό νόημα
Η
Θεία Λειτουργία δεν είναι μια απλή τελετή, μια αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων
ή μια τυπική συγκέντρωση πιστών. Στην Ορθόδοξη Θεολογία, αποτελεί το κέντρο
της εκκλησιαστικής ζωής και έχει βαθύτατο πνευματικό νόημα.
1.
Η Ευχαριστία ως το Σώμα και το Αίμα του Χριστού
Το
αποκορύφωμα της Θείας Λειτουργίας είναι το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
- Πραγματική
παρουσία: Ο άρτος και
ο οίνος μεταβάλλονται, με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, σε πραγματικό
Σώμα και Αίμα Χριστού.
- Θεία
Κοινωνία: Μετέχοντας
στο κοινό Ποτήριο, οι πιστοί ενώνονται οργανικά με τον Χριστό
(«χριστοφόροι») και μεταξύ τους, γινόμενοι μέλη του ίδιου σώματος.
2.
Βίωση των Εσχάτων (Η Βασιλεία του Θεού «εδώ και τώρα»)
Η
Θεία Λειτουργία ξεπερνά τα όρια του χρόνου και του χώρου.
- Πρόγευση του
Παραδείσου: Η πρώτη
φράση της Λειτουργίας («Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...») εισάγει τους
πιστούς στον χρόνο της Βασιλείας του Θεού.
- Κατάργηση
του χρόνου: Το παρελθόν
(η Θυσία και η Ανάσταση του Χριστού) και το μέλλον (η Δευτέρα Παρουσία)
γίνονται παρόν. Οι πιστοί στέκονται ανάμεσα στους Αγγέλους και τους
Αγίους, συμμετέχοντας σε μια «ουράνια» λατρεία.
3.
Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού
Στη
Θεία Λειτουργία φανερώνεται η αληθινή φύση της Εκκλησίας.
- Από τα «εγώ»
στο «εμείς»: Δεν υπάρχει
ατομική σωτηρία αποκομμένη από το σύνολο. Η προσευχή γίνεται στον
πληθυντικό («υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών»).
- Ισότητα: Πλούσιοι, φτωχοί, μορφωμένοι και
αγράμματοι στέκονται μαζί, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις, ως παιδιά του
ίδιου Πατέρα.
4.
Η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία
Το
θεολογικό νόημα δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους του ναού.
- Αγιασμός του
κόσμου: Ο πιστός,
αφού κοινωνήσει και λάβει τη χάρη, καλείται να βγει στον κόσμο και να
μεταφέρει το φως, την αγάπη και την ειρήνη του Χριστού στην καθημερινότητά
του. Αυτό ονομάζεται «η λειτουργία μετά τη Λειτουργία
Η αξία της
νηστείας (αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)
Α’) ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η
ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
4364. Είναι δυνατόν να νηστεύει κανείς και χωρίς να νηστεύει. Και πώς είναι
δυνατόν; Εγώ θα σας το πω˙ όταν τρώμε φαγητά, απέχουμε όμως από τα αμαρτήματα.
Γιατί αυτή είναι η ωφέλιμη νηστεία και γι’ αυτήν απέχουμε και από τα φαγητά,
για να βαδίζουμε ευκολότερα προς το δρόμο της αρετής. (Κατήχησις Ε’, 1,
ΕΠΕ 30, 428, SOURCES CHRET.T. τ. 50, 200).
4365. Την αληθινή νηστεία να επιδείξουμε, εννοώ δηλαδή την αποχή από τα κακά.
Γιατί αυτό είναι νηστεία. Επειδή η αποχή από τα φαγητά γι’ αυτό μας έχει
παραδοθεί, για να χαλιναγωγήσει τη δύναμη της σάρκας και να κάνει τον ίππο των
επιθυμιών μας πειθαρχικό. Εκείνος που νηστεύει πρέπει περισσότερο από όλους και
από όλα να χαλιναγωγεί το θυμό, να έχει διδαχθεί την πραότητα και την
επιείκεια, να έχει συντριμμένη την καρδιά, να απομακρύνει τις ενθυμήσεις των
άτοπων και ανάρμοστων επιθυμιών, έχοντας μπροστά του το ακοίμητο εκείνο μάτι
του Θεού και το αδωροδόκητο δικαστήριο. Επίσης, πρέπει να είναι ανώτερος από τα
χρήματα, να δείχνει μεγάλη γενναιοδωρία στην ελεημοσύνη και να διώχνει από την
ψυχή του κάθε κακία προς τον πλησίον. Αυτή είναι η αληθινή νηστεία, όπως λέει
και ο Ησαΐας... «Ακύρωσε τις διεστραμμένες συμφωνίες που έχεις συνάψει με τη
βία, κόβε το ψωμί σου και μοίρασέ το στους πεινασμένους. Βάλε φτωχούς άστεγους
στο σπίτι σου»(1). Μαζί με την αποχή από τα φαγητά ας δείξουμε και την αποχή
από εκείνα που μας βλάπτουν, και για την άσκηση και εργασία των πνευματικών ας
δείξουμε μεγάλη προθυμία. Εκείνος που νηστεύει πρέπει να είναι μετριόφρων,
ήσυχος, ήμερος, ταπεινός, να περιφρονεί τη δόξα της παρούσας ζωής. Με πολλή
ακρίβεια και συνέπεια να προσεύχεται και να εξομολογείται προς το Θεό, και όσο
μπορεί να βοηθάει τον εαυτό του με την ελεημοσύνη. Να μην κάνουμε τίποτε
αποβλέποντας στον έπαινο των ανθρώπων.
(Εις Γεν., ομιλ. Η', 6-7, ΕΠΕ 2, 208-212 MG 53, 74-75 ε'-στ').(1). Ησ. 58, 6-7
4366. Εκείνος που νηστεύει, πρέπει να είναι συνεσταλμένος, συντριμμένος και
ταπεινωμένος και όχι να κάνει σαν μεθυσμένος από την οργή.
(Κατά Ιουδαίων, λόγος Α', 2, ΕΠΕ 34, 108 - MG 48,846).
ΝΑ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΜΑΣ
4367. Καλύτερα να κάνουμε νηστεία κακών επιθυμιών και όχι νηστεία πείνας.
Καλύτερα να κάνουμε νηστεία παρακινούμενοι από αγάπη και όχι νηστεία
αναγκαστική. Ο Σωτήρας μας είπε για τους δαίμονες: «Το γένος των δαιμόνων δεν
βγαίνει από τον άνθρωπο, παρά μόνον με προσευχή και νηστεία»(1). Η προσευχή και
η νηστεία διώχνει δαίμονες και δεν θα απομακρύνει τους βαρβάρους; (Ότι Π. και
Κ. Διαθήκης εις νομοθέτης, 7, MG 56, 410). (1). Ματθ. 17,21 και Μάρκ.
9,29.
ΌΛΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΥΠΟ ΤΟΝ ΟΡΟ ΝΑ ΑΠΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ
4368. Απολάμβανε τα λουτρά σου, να συμμετέχεις σε τραπέζια φαγητού, να πίνεις
κρασί με μέτρο, κι’ αν θέλεις να φας κρέας, κανείς δεν θα σε εμποδίσει. Όλα να
τα απολαμβάνεις, μόνον από την αμαρτία να απέχεις. Είδες πώς σ’ όλους είναι
εύκολη αυτή η νηστεία; (Κατά μεθυόντων και εις Ανάστασιν 1, ΕΠΕ 36,
144 – MG 50, 433).
Β’)
ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
4369. Η νηστεία ταπεινώνει το σώμα και χαλιναγωγεί τις ορμές και τα σκιρτήματα
της σάρκας, κάνει την ψυχή πιο καθαρή, της δίνει φτερά, την ανεβάζει ψηλά και
την κάνει ανάλαφρη.(Εις Γέν., ομιλ. Ι’, 2, ΕΠΕ 2, 244 – MG 53, 83).
4370. Αν ρυθμίζαμε και κυβερνούσαμε τη ζωή μας με νηφάλια σκέψη και αν δείχναμε
όλο μας το ενδιαφέρον για τα πνευματικά και αν παίρναμε τόση μόνον τροφή, όση
χρειάζεται για τις ανάγκες του οργανισμού μας, και αν δαπανούσαμε ολόκληρη την
περιουσία μας στις καλές πράξεις, δεν θα μας χρειαζόταν η βοήθεια από τη
νηστεία. Αλλ’ επειδή η ανθρώπινη φύση είναι ράθυμη και παραδίδεται περισσότερο
στις ανέσεις και στις απολαύσεις, γι’ αυτό ο φιλάνθρωπος Κύριος σαν φιλόστοργος
πατέρας επενόησε για μας τη θεραπεία που μπορεί να γίνει με τη νηστεία, ώστε
και από τις απολαύσεις να μας ξεκόψει και τη φροντίδα που έχουμε για τα βιοτικά
και γήϊνα να την μεταφέρουμε στην εργασία των πνευματικών.
(Εις Γεν., ομιλ. Ι’, 1, ΕΠΕ 2, 240-242 - MG 53, 82).
4371. Σκοπός της νηστείας είναι η συμμετοχή στη θεία Κοινωνία με καθαρή ψυχή...
Γι’ αυτό και οι Πατέρες παρέτειναν το στάδιο της νηστείας, δίνοντας σε μας
προθεσμία για μετάνοια, ώστε να προσέλθουμε στη θεία Κοινωνία καθαρμένοι και
τακτοποιημένοι ψυχικά. (Εις Ησ., ομιλ. ΣΤ’, 3, ΕΠΕ 8Α, 434 - MG 56, 139).
4372. Δεν νηστεύουμε για το Πάσχα, ούτε για τη θυσία του Σταυρού, αλλά για τα
δικά μας αμαρτήματα, επειδή πρόκειται να προσέλθουμε στα μυστήρια˙ γιατί το
Πάσχα δεν είναι βεβαίως υπόθεση νηστείας, ούτε πένθους, αλλά ευφροσύνης και
χαράς. (Κατά Ιουδαίων, λόγος Γ’, 4, ΕΠΕ 34, 178 - MG 48, 867).
ΓΙΑΤΙ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Η
ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
4373. Για ποιο λόγο λοιπόν νηστεύουμε, λέγει, τις σαράντα αυτές ήμερες; Παλαιά
πολλοί Χριστιανοί προσέρχονταν στα μυστήρια χωρίς καμιά προετοιμασία, και
μάλιστα την εποχή που ο Χριστός τα συνέστησε. Αναλαμβανόμενοι λοιπόν οι πατέρες
την βλάβη που προκαλούσε η έλλειψη προπαρασκευής, αφού συγκεντρώθηκαν,
καθιέρωσαν σαράντα ημέρες νηστείας, προσευχών, ακροάσεως του θείου λόγου,
συνάξεων, ώστε, αφού καθαρθούμε όλοι από τα πάθη μας με κάθε προσοχή και
επιμέλεια και με προσευχές και ελεημοσύνες και νηστεία και αγρυπνίες και δάκρυα
και εξομολόγηση και με όλα τα άλλα, να προσέλθουμε έτσι με καθαρή κατά το
δυνατόν συνείδηση. (Κατά Ιουδαίων, λόγος Γ’, 4, ΕΠΕ 34, 176-178 -
MG 48, 867).
Γ’) Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
ΕΙΝΑΙ ΟΠΛΟ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
4374. Πόσο μεγάλο καλό είναι η νηστεία και μέγιστο όπλο κατά του διαβόλου και
μετά το λουτρό του Βαπτίσματος δεν πρέπει να προσέχουμε στην καλοπέραση και στη
μέθη και στο πλούσιο τραπέζι, αλλά στη νηστεία. Γι’ αυτό ακριβώς και ο Κύριος
νήστεψε. Όχι επειδή ο Ίδιος είχε ανάγκη, αλλά για να διδάξει εμάς. Επειδή
δηλαδή τα πριν από το Βάπτισμα αμαρτήματα τα έφερε η υποδούλωση στην κοιλιά,
όπως ακριβώς ο γιατρός, αν θεραπεύσει τον άρρωστο, τον διατάζει να μην κάνει
εκείνα από τα οποία προήλθε η αρρώστια, έτσι λοιπόν και εδώ ο Χριστός μετά το
Βάπτισμα εισήγαγε τη νηστεία. Γιατί και τον Αδάμ η ακράτεια της κοιλιάς τον
έβγαλε από τον παράδεισο... Γι’ αυτό λοιπόν και ο Κύριος νηστεύει σαράντα
μέρες, υποδεικνύοντας σε μας τα φάρμακα της σωτηρίας. (Εις Ματθ., ομιλ. ΙΓ’,
1,2, ΕΠΕ 9, 408-410 - MG 57, 209-210).
ΕΙΝΑΙ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΡΕΤΕΣ
4375. «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»(1)... Δεν
είπε, ότι νήστεψα,... αλλά «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά»... Αυτά
δε τα λέγω, όχι κατηγορώντας τη νηστεία˙ μη γένοιτο˙ αλλά αντίθετα και για να
την επαινέσω πολύ˙ πονώ όμως όταν, ενώ παραμελείτε τα άλλα, νομίζετε ότι αυτή
που κατέχει τελευταίο μέρος στην αρετή, αρκεί για τη σωτηρία σας.(Εις Ματθ.,
ομιλ. ΜΣΤ’, 4, ΕΠΕ 10, 826 - MG 58, 480-481).(1). Ματθ. 11,29.
Δ') ΩΦΕΛΕΙΕΣ
4376. Θαύμασε τη νηστεία και να την υποδεχθείς με ανοιχτή αγκαλιά. Γιατί, όταν
και στο καμίνι βοηθεί και στο λάκκο των λιονταριών προφυλάσσει και δαίμονες
διώχνει και ανακαλεί την απόφαση του Θεού και συγκρατεί τη μανία των παθών και
μας επαναφέρει στην ελευθερία και φέρνει μεγάλη γαλήνη στους λογισμούς μας, δεν
είναι δείγμα του πιο μεγάλου παραλογισμού να την αποφεύγουμε και να την
φοβόμαστε, ενώ είναι πηγή τόσων πολλών αγαθών;... Αν θελήσεις με προσοχή να
εξετάσεις το πράγμα, θα διαπιστώσεις ότι η νηστεία είναι μητέρα και της
εξαιρετικής υγείας. (Περί μετάνοιας, ομιλ. Ε’ 4, ΕΠΕ 30, 202 - MG 49,312).
ΗΡΕΜΕΙ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ
ΚΑΤΑΣΤΕΛΛΕΙ ΤΙΣ ΑΛΟΓΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ
4377. Σ’ εκείνους που θέλουν να φιλοσοφούν είναι γλυκύς και ευχάριστος ο καιρός
της νηστείας, η πνευματική άνοιξη των ψυχών, η αληθινή γαλήνη των λογισμών...
Σ’ εμάς δε είναι γλυκειά και ευχάριστη η άνοιξη της νηστείας, γιατί συνήθως μας
καταπραΰνει τα κύματα όχι των υδάτων, αλλά των άλογων επιθυμιών... Δεν διώχνει
συνήθως τόσο γρήγορα το χειμώνα το χελιδόνι, όταν φανεί, όσο η νηστεία, όταν
έρθει, απομακρύνει από τη σκέψη μας την τρικυμία των παθών. (Εις Γεν., λόγος
Α',1, ΕΠΕ 8, 10 - MG 54, 581).
ΕΙΝΑΙ
ΠΗΓΗ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ
4378. Αγαπώ την νηστεία, γιατί είναι μητέρα σωφροσύνης και πηγή φιλοσοφημένης
πράξεως.(Εις Γέν., λόγος ΣΤ’ 1, ΕΠΕ 8, 98 - MG 54, 604).
ΕΙΝΑΙ ΠΗΓΗ ΥΓΕΙΑΣ
4379. Πρόσεξε˙ ποιός μπορούμε να πούμε ότι ζει περισσότερο απολαυστικά, εκείνος
που τρώει λάχανα και είναι υγιής και δεν παθαίνει τίποτε δυσάρεστο, ή εκείνος
που διαθέτει πλούσιο (συβαρίτικο)(1) τραπέζι και είναι γεμάτος από άπειρες
αρρώστιες; Είναι φανερό ότι ο πρώτος. Αν λοιπόν θέλουμε και απολαυστικά να
ζούμε και υγιείς να είμαστε, ας μην επιζητούμε τίποτε περισσότερο από τα
απαραίτητα˙ και έτσι ας εννοούμε την αυτάρκεια. Εκείνος που μπορεί να αρκείται
στα όσπρια και να είναι υγιής, Ας μην ζητάει τίποτε παραπάνω, ενώ ο πιο
αδύνατος που έχει ανάγκη θεραπείας με χορταρικά, ας μην εμποδίζεται να τα
τρώει. Αν πάλι υπάρχει κάποιος που είναι πιο αδύνατος απ’ αυτόν και έχει ανάγκη
να βοηθηθεί κατάλληλα από την κρεοφαγία, δεν θα τον εμποδίσουμε να
χρησιμοποιήσει κρέας. Γιατί δεν δίνουμε αυτές τις συμβουλές, για να εξοντώσουμε
και να καταστρέψουμε τους ανθρώπους, αλλά για να περιορίσουμε τα περιττά. Και
περιττό είναι, κάθε τι που δεν είναι αναγκαίο. (Εις Β' Κορ., ομιλ. ΙΘ’ 3, ΕΠΕ
19,508 - MG 61,534).
(1). Η Σύβαρις ήταν αρχαία ελλην. πόλη της Κάτω Ιταλίας και οι κάτοικοί της ήταν γνωστοί για την τρυφηλή ζωή τους.
4380. Οι αγρότες, αν και αντιμετωπίζουν συνεχώς την πείνα, έχουν την υγεία τους
και δεν έχουν ανάγκη από γιατρούς. (Εις Κολ., ομιλ. Α’, 4, ΕΠΕ 22, 90-92 – MG
62, 306 ε’).
ΕΙΝΑΙ
ΜΗΤΕΡΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ
4381. Την μητέρα όλων των αγαθών και δάσκαλο της σωφροσύνης και κάθε άλλης
αρετής, εννοώ τη νηστεία. (Εις Γεν., ομιλ. Α’, 1, ΕΠΕ 2,14 - MG 53,22).
ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΤΗΤΑΣ
4382. Όποιος νηστεύει και προσεύχεται, ενισχύεται πολύ στον αγώνα για τη
διατήρηση της ηθικής καθαρότητας. (Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων,
80, ΕΠΕ 30, 692).
4383. Να μαθαίνει (το παιδί) να νηστεύει, όχι βεβαίως πάντοτε, αλλά τουλάχιστον
δύο ημέρες της εβδομάδας, την Τετάρτη και την Παρασκευή.
(Περί κενοδοξίας και ανατροφής των τέκνων, 79, ΕΠΕ 30, 694).
ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟ ΔΙΑΣΚΟΡΠΙΣΜΟ ΤΟΥ
ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΕΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ
4384. Η νηστεία είναι χρήσιμη, γιατί περιορίζει τις μέριμνες της ψυχής, και με
το να ανακόπτει την αμέλεια, που πολιορκεί το νου, βοηθεί πολύ στην
αυτοσυγκέντρωση.
(Περί παρθενίας, λ’, 2, ΕΠΕ 29, 538 - MG 48, 554).
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΞΑΓΙΑΖΕΙ
4385. Θα πει κάποιος, αν έχουμε πίστη, τι χρειάζεται η νηστεία; Χρειάζεται,
γιατί και η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει πολύ μεγάλη δύναμη. Γιατί
χαρίζει μεγάλη ευσέβεια και φιλοσοφημένη σκέψη και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε
άγγελο, ώστε να μπορεί να αγωνίζεται εναντίον των πονηρών ασωμάτων δυνάμεων˙
αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει μόνη της η νηστεία, αλλά χρειάζεται και
προσευχή, και μάλιστα η προσευχή είναι πρώτη. Αυτός που νηστεύει είναι
ανάλαφρος και έχει φτερά (βρίσκεται πάντοτε σε διέγερση πνευματική) και
προσεύχεται με άγρυπνο πνεύμα και σβήνει τις πονηρές επιθυμίες και εξευμενίζει
το Θεό και ταπεινώνει την ψυχή που υπερηφανεύεται. Γι’ αυτό και οι Απόστολοι
σχεδόν πάντοτε ενήστευαν.(Εις Ματθ., ομιλ. ΝΖ', 4, ΕΠΕ 11, 302-304 - MG 58,
563).
ΕΙΝΑΙ
ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΝΕΩΝ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
4386. Η νηστεία είναι η γαλήνη των ψυχών μας, το στόλισμα και η ευπρέπεια των
γερόντων, η παιδαγωγός των νέων, ο δάσκαλος των συνετών και σωφρόνων, εκείνη
που στολίζει κάθε ηλικία και κάθε χαρακτήρα σαν με κάποιο ωραίο στέμμα.
(Εις Γέν., ομιλ. Β', 1, ΕΠΕ 2, 30 - MG 53, 27).
ΕΙΝΑΙ
ΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
4387. Η νηστεία είναι τροφή της ψυχής. (Εις Γέν., ομιλ. Α', 4, ΕΠΕ 2, 22 - MG
53, 25).
Ε') ΑΛΛΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΟΥ
ΘΕΜΑΤΟΣ. ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΜΕΤΡΟ ΣΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
4388. Ούτε το σώμα βασάνιζε (1), για να μην μπλεχθούν τα πόδια του αλόγου και
πάψει να τον υπηρετεί, ούτε το άφηνε να γίνει υπερβολικά εύρωστο, για να μην
παχύνει πολύ και επαναστατήσει εναντίον του λογικού, που κυβερνάει σαν ηνίοχος
το σώμα˙ αλλά εφρόντιζε ταυτόχρονα και για την υγεία του σώματος και για την
ισορροπία του.
(Ότε πρεσβύτερος προεχειρίσθη, 3, ΕΠΕ 28, 26 - MG 48, 698). (1). Μιλάει
για τον Επίσκοπο Φλαβιανό, που τον είχε πριν από λίγο χειροτονήσει.
Η ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ
ΕΛΕΥΕΘΕΡΙΑ ΚΑΙ Η ΝΗΣΤΕΙΑ
4389. Επιτρέπεται να απολαμβάνει κανείς όλα τα φαγητά και να παρέχει την
κατάλληλη περιποίηση στο σώμα και να φροντίζει όσο πρέπει για την ψυχή. Κατ’
αρχήν δεν σε προτρέπω να απέχεις τώρα από κανένα υλικό αγαθό. Μόνον από την
αμαρτία να απέχεις και την αποχή απ’ αυτή να την δείχνεις διαρκώς. Δεν
απαγορεύεται η με μέτρο απόλαυση˙ η αμαρτία όμως έχει απαγορευθεί εντελώς. Η
αμαρτία δε από πουθενά αλλού δεν γεννιέται, παρά μόνον από την τρυφηλή
ζωή. (Κατήχησις Ε’ 2, ΕΠΕ 30, 430 - SOURCES CHRΕT. τ. 50, 201).
ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ
ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΝΗΣΤΕΨΟΥΝ
4390. Αν το σώμα σου είναι ασθενικό και αδύναμο, ώστε να μην μπορείς να νηστεύεις
συνεχώς, όμως δεν είναι ασθενικό και για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο, για να
περιφρονήσει την κοιλιά. Γιατί, αν δεν μπορείς να νηστεύεις, μπορείς όμως να
μην κάνεις τρυφηλή ζωή. Δεν είναι δε και αυτό μικρό, ούτε απέχει πολύ από τη
νηστεία, αλλά είναι ικανό και αυτό να καταβάλει τη μανία του διαβόλου. (Εις
Ματθ., ομιλ. ΝΖ’, 4, ΕΠΕ 11,304 - MG 58,563).
ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΤΗΝ
ΑΝΑΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΟΙ
4391. Εκείνος που τρώει και δεν μπορεί να νηστέψει, ας επιδεικνύει πιο πλούσια
την ελεημοσύνη, ας κάνει εκτενείς προσευχές, ας έχει έντονη προθυμία να ακούει
τα λόγια του Θεού. Στις περιπτώσεις αυτές η ασθένεια του σώματος δεν μας
εμποδίζει καθόλου. Ας συμφιλιώνεται με τους εχθρούς του, ας απομακρύνει από την
ψυχή του κάθε μνησικακία. Αν θέλει να τα πετυχαίνει αυτά, απέδειξε ότι γνωρίζει
την αληθινή νηστεία, την οποία περισσότερο από όλα απαιτεί και ζητεί από μας ο
Κύριος. Αφού και την αποχή από τις τροφές ακριβώς γι’ αυτό διατάζει να γίνεται,
ώστε χαλιναγωγώντας τις ορμές της σάρκας, να την καθιστούμε υπάκοη και ευπειθή
στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. (Εις Γεν., ομιλ. Ι’, 2, ΕΠΕ 2,
242 - MG 53, 83). (Παιδαγωγική
Ανθρωπολογία Χρυσοστόμου, Χαρώνη Βασιλείου).
Η αξία της προσευχής
Προσευχή
είναι η στροφή του νου προς τον Θεό. Είναι η συνομιλία με τον Θεό. Είναι η
ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Η προσευχή είναι το ανώτερο έργο που μπορεί να
επιτελέσει ο άνθρωπος επί της γης.
«Προσευχή
είναι η συνομιλία με τον Θεό, η θεωρία των αοράτων. Δεν υπάρχει τίποτα ανώτερο
από την προσευχή» (Γρηγόριος Νύσσης).
«Η
προσευχή είναι έργο αγγέλων, που ξεπερνά και την αξία τους. Η προσευχή
εξομοιώνει τον άνθρωπο με τους αγγέλους και τον διαφοροποιεί όσο τίποτε άλλο
από τα ζώα» (ιερός Χρυσόστομος).
«Όπως
απ’ όλες τις αισθήσεις ανώτερη είναι η όραση, έτσι και απ’ όλες τις αρετές πιο
θεία και ιερή είναι η προσευχή» (Νείλος ο ασκητής).
«Η
προσευχή είναι ένωση ανθρώπου και Θεού, πηγή αρετών, τροφή της ψυχής, φωτισμός
του νου, καθρέφτης πνευματικής προόδου. Όπως ο στρατιώτης δείχνει την αγάπη του
στον αξιωματικό την ώρα της μάχης, έτσι και ο Χριστιανός δείχνει την αγάπη του
στο Θεό την ώρα της προσευχής» (Ιω. Κλίμακος).
Αν
λοιπόν θέλουμε να ελέγξουμε την πνευματική μας πρόοδο και την αγάπη μας προς
τον Θεό, ας ερευνήσουμε το πόσο προσευχόμαστε και πώς προσευχόμαστε.
Ο
άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζοντας την αξία και την αναγκαιότητα της
προσευχής είπε τον σπουδαίο εκείνο λόγο: «Μνημονευτέον Θεού μάλλον ή
αναπνευστέον». Δηλαδή πρέπει να σκεφτόμαστε τον Θεό πιο πολύ παρά να
αναπνέουμε. Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής.
«Αυτός
που δεν προσεύχεται και δεν επιθυμεί να συνομιλεί συνεχώς με τον Θεό, είναι
νεκρός και άψυχος. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη την προσευχή περισσότερο απ’
όση έχουν ανάγκη τα δέντρα από το νερό» (ι. Χρυσόστομος).
«Γι’
αυτό, το πρώτο μάθημα που πρέπει να μάθουμε είναι ότι πρέπει πάντοτε να
προσευχόμαστε και να μη αποκάμνουμε στην προσευχή. Γιατί με την προσευχή
προσεγγίζουμε τον Θεό. Κι όποιος είναι μαζί με τον Θεό, έχει αποχωριστεί από
τον διάβολο», μας λέγει ο Γρηγόριος Νύσσης.
Η
προσευχή αποτελεί ύψιστο προνόμιο και τιμή για τον άνθρωπο.
«Ευτυχής
και μακάριος θεωρείται όποιος ανά πάσα στιγμή μπορεί να μιλά με τον ανώτατο
άρχοντα. Ανώτερος όμως είναι αυτός που συνομιλεί με τον Θεό»
(Ι.
Χρυσόστομος).
προσευχή
Προσευχή
είναι, η επικοινωνία του ανθρώπου μετά του Θεού. Η συνομιλία του αδυνάτου, του
καταρυπωμένου ανθρώπου μετά του παντοδυνάμου και αγίου Θεού. Σήμερα οι άνθρωποι
έχουν πολλούς τρόπους να επικοινωνούν μεταξύ τους. Τελευταία με τους δορυφόρους
και τα κινητά τηλέφωνα. Η προσευχή είναι το κινητό τηλέφωνο διά του οποίου
οιαδήποτε στιγμή δυνάμεθα να συνομιλήσωμεν, όσο χρόνο θέλουμε, μετά του Θεού. Ο
Θεός ως άκρα αγάπη, ως άκρως φιλάνθρωπος, ευχαρίστως ακούει τη φωνή του
δημιουργήματος Του. Την ακούει μετά πολλής προσοχής και ανταποκρίνεται εις τα
αιτήματά μας, μας δίδει πλουσιοπαρόχως ό,τι συμφέρει για τη σωτηρία της ψυχής
μας, ό,τι είναι ωφέλιμον.
Προσευχή σημαίνει να εκδιπλώσωμε την ψυχή μας ενώπιον του Θεού. Να εναποθέτωμε στις ρίζες του Σταυρού όλες μας τις θλίψεις, όλες μας τις ανάγκες, όλες μας τις αρρώστιες, όλα μας τα πάθη, τις ρυπαρές μας επιθυμίες, τις αδυναμίες μας, πού μας δεσμεύουν τη βούληση και μας μειώνουν την ελευθερία, τη φτώχεια μας και τους κακούς μας λογισμούς. Και να ζητάμε από τον Κύριο να μας λυτρώση, να μας απαλλάξη απ’ όλα αυτά.
Η
προσευχή είναι η λεπτότερα, η ευγενεστέρα και η ανωτέρα λειτουργία της ψυχής.
Γι’ αυτό και ο προσευχόμενος είναι λεπτότερος, ευγενέστερος και ανώτερος
άνθρωπος.
Δεν
υπάρχει καλυτέρα αξιοποίησις του χρόνου από την προσευχή. Έλεγε ένας από τους
πλουσιωτέρους ανθρώπους: «Μη με απασχολείτε. Κάθε λεπτό μου κοστίζει τόσα
δολάρια. Διότι θα σκεφθώ πώς θα κερδίσω χρήματα». Για μας τους πιστούς κάθε
λεπτό φροντίζουμε να το εμβαπτίζωμε στην προσευχή; Για μας αξία έχει ο χρόνος
μόνον, όταν διατίθεται στην προσευχή. Έχουμε ζήσει τόσα χρόνια, όσα
προσευχόμεθα. Ο υπόλοιπος χρόνος πήγε χαμένος!
Η
προσευχή είναι η μυστική πηγή, από την οποία ο πιστός αντλεί θάρρος, δύναμη και
ανδρεία, διότι η δύναμή της είναι πολύ μεγάλη.
Η
προσευχή εκδιώκει, απομακρύνει, εξορκίζει τα ακάθαρτα πνεύματα, όσα και αν
είναι, όσον χρόνον και εάν κατατυρρανούν το θύμα τους. Εάν ένας θεοσεβής
προσεύχεται διαπύρως, ο δαίμων εις το τέλος αναχωρεί. «Τούτο το γένος (των
δαιμόνων) εν ουδενί δύναται εξελθείν, ει μη εν προσευχή και νηστεία», μας
διαβεβαιώνει ο Κύριος μας (Μαρκ. 9,29). Διά της συντόνου, επιμόνου και πυρίνου
προσευχής κατανικάς οιοδήποτε πάθος, όσονιίσχυρόν και εάν είναι, όσον βαθειές
ρίζες και εάν έχει στη ζωή σου.
Ο
μεγάλος Ρώσσος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ παραγγέλλει να προσευχώμεθα διά τους
άλλους, χωρίς να υπολογίζωμε την αμαρτωλότητά μας, και ο Θεός εισακούει τις
προσευχές μας. Πρέπει, λοιπόν, μας το υπαγορεύει η αγάπη, να προσευχώμεθα διά
τους άλλους, τους φίλους μας και τους εχθρούς μας, και έτσι θα ομοιάζουμε ως
προς την αγαθότητα με τον ουράνιο Πατέρα μας, ο οποίος ανατέλλει τον ήλιό του
επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους (Ματθ. 5,45).
Ο
ελληνικός λαός δεν είναι λαός προσευχής. Η θρησκευτικότητά του εξαντλεϊται στη
διαφύλαξη παραδόσεων και εθίμων, και αγνοεί το μεγάλο θησαυρό της προσευχής,
από τον οποίο μπορεί να αντλήσει δύναμη και πλούτο, ώστε να φαίνεται ο πιο
ευτυχισμένος και αυτάρκης λαός του κόσμου.
Πάντοτε
και σε κάθε τόπο μπορούμε να προσευχώμεθα. Όταν εργαζώμεθα στα χωράφια, στο
μαγαζί όταν εμπορευώμαστε, στη θάλασσα όταν ψαρεύωμε, στους δρόμους όταν
ταξιδεύωμε, στην κλίνη μας όταν αναπαυώμαστε, πάντοτε μπορούμε να ψιθυρίσουμε
δυο λόγια προσευχής. Και τα λόγια αυτά δεν πάνε χαμένα. Ελκύουν τη χάρη του
Θεού, την ευλογία του ουρανού στη ζωή μας, και όλη η ημέρα, όλος ο χρόνος μας
είναι μια χαρά και επιτυχία, διότι μας παρακολουθεί και μας χαριτώνει ο Κύριος
Ιησούς Χριστός.
Λέγε,
αδελφέ μου, πάντοτε την Ευχή. Όταν εργάζεσαι και όταν αναπαύεσαι, όταν οδηγείς
το αυτοκίνητο σου και κατά την ώρα του ύπνου σου, του φαγητού. Λέγε την ευχή, η
οποία όταν καλλιεργηθεί γίνεται λειτουργία της ψυχής. Μόνη της έρχεται και
παραμένει ισοβίως. Μαστίγωνε τους δαίμονες, όπως λέγουν οι Πατέρες, με το όνομα
του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η
συνεχής επανάληψις της Ευχής ολίγον κατ’ ολίγον καθαρίζει την ψυχή από κάθε
πάθος και επιθυμία επιβλαβή και η ψυχή, αφού καθαρθή, κατακοσμείται με κάθε
αρετή. Εις την Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθιερωθεί η Ευχή και οι Πατέρες
συνιστούν και προτρέπουν όχι μόνον οι μοναχοί αλλά και οι εν τω κόσμω
διαβιούντες να λέγουν την Ευχή πάντοτε.
Λέγε,
αδελφέ μου, το «Κύριε, ελέησον», «Κύριε, ελέησον», «Κύριε, ελέησον». «Υπεραγία
Θεοτόκε, πρέσβευε υπέρ ημών», «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Λέγε χωρίς να σε
αντιλαμβάνεται κανείς. Μέσα σου, στη δουλειά, στο δρόμο, στο τραπέζι, στο
κρεβάτι, όταν ξεκουράζεσαι, σε κάθε εκδήλωση και στιγμή της ζωής σου. Οι
μεγάλοι ερημίτες δε γνώριζαν Πάσχα, γιορτές, καθημερινές. Δεν είχαν ακολουθίες,
είχαν μόνο προσευχή. Μόνο με την προσευχή θα προκαλέσουμε το έλεος του Θεού. Οι
δάσκαλοι στα σχολεία να διδάσκετε στα παιδιά την προσευχή. Δεν χρειάζονται τόσο
οι αποδείξεις περί του Θεού, όσο το να μάθουν οι άνθρωποι να προσεύχωνται. Η
προσευχή αγιάζει τον άνθρωπο. Γι’ αυτό έχει συκοφαντηθεί και την πολεμάει τόσο
πολύ ο διάβολος. Πολεμάει ό,τι είναι ωφέλιμο για τον άνθρωπο.
Η
προσευχή είναι ανώτερη από όλες τις αρετές. Να μην αποκάμης ποτέ στην προσευχή.
Να προσεύχεσαι όπως ο τελώνης, όπως ο ληστής, όπως η πόρνη, όπως η Χαναναία. Να
προσεύχεσαι με συντριβή, με ταπείνωση, με αίσθημα αναξιότητος μπροστά στο Θεό.
Να αγαπήσης το σπίτι και να προσεύχεσαι. Το πολύ έξω δε βγάζει πουθενά.
Περισσότερο
βοηθάει ο πιστός τον κόσμο με την προσευχή, παρά με τα χρήματα. Προσευχή,
προσευχή, προσευχή. Η προσευχή εξευμενίζει το Θεό. Ελκύει τη χάρι και το ελεός
Του.
Η αξία της εξομολογήσεως
Στη σύγχρονη εποχή η
εξομολόγηση αντιμετωπίζεται συχνά ως ένα ξεπερασμένο θρησκευτικό κατάλοιπο ή,
στην καλύτερη περίπτωση, ως μια μορφή ψυχολογικής εκτόνωσης. Η ανάπτυξη της
ψυχοθεραπείας και της ψυχανάλυσης έχει οδηγήσει αρκετούς να θεωρούν ότι οι δύο
πρακτικές επιτελούν τον ίδιο σκοπό. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη εξέταση δείχνει
ότι, παρά τις εξωτερικές ομοιότητες, η εξομολόγηση και η ψυχοθεραπεία
στηρίζονται σε εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις για τον άνθρωπο και τον σκοπό
της ζωής του.
Η
ανάγκη του ανθρώπου να εξωτερικεύσει τις ενοχές, τις αποτυχίες και τις
εσωτερικές του συγκρούσεις είναι σχεδόν παγκόσμια. Συναντούμε μορφές ομολογίας
ή μετάνοιας σε πολλούς πολιτισμούς, από τον Ινδουισμό και τον Βουδισμό έως τον
Ιουδαϊσμό και την αρχαία Αίγυπτο. Αυτό δείχνει ότι ο άνθρωπος διαχρονικά
αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει για τον εαυτό του μπροστά σε κάποιον άλλον. Η
χριστιανική εξομολόγηση, όμως, έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Δεν αποτελεί
απλώς ψυχολογική εκτόνωση ούτε μια κοινωνική πράξη συμφιλίωσης, αλλά μέρος της
σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και της πορείας του προς τη σωτηρία.
Στους
πρώτους χριστιανικούς αιώνες η εξομολόγηση είχε κυρίως δημόσιο χαρακτήρα για
σοβαρά αμαρτήματα. Σταδιακά εξελίχθηκε στην προσωπική εξομολόγηση ενώπιον
πνευματικού πατέρα, ο οποίος δεν λειτουργεί μόνο ως μάρτυρας της μετάνοιας αλλά
και ως συνοδοιπόρος στην πνευματική πορεία του ανθρώπου. Έτσι διαμορφώθηκε μια
σχέση που δεν είναι ούτε δικαστική ούτε απλώς συμβουλευτική, αλλά θεραπευτική.
Συχνά
υποστηρίζεται ότι η ψυχανάλυση δανείστηκε στοιχεία από την εξομολόγηση.
Πράγματι, υπάρχουν εμφανείς ομοιότητες: ένας άνθρωπος μιλά ελεύθερα για τον
εσωτερικό του κόσμο σε ένα πρόσωπο που τον ακούει με εμπιστευτικότητα. Ωστόσο,
οι σκοποί των δύο διαδικασιών διαφέρουν ουσιωδώς. Η ψυχανάλυση επιδιώκει την
κατανόηση των ασυνείδητων συγκρούσεων και την ψυχική αναδιοργάνωση, ενώ η
εξομολόγηση αποβλέπει στη μετάνοια, στη συγχώρηση και στην αποκατάσταση της
σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό.
Ακόμη
μεγαλύτερη διαφορά παρατηρείται στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη
συμβουλευτική. Στη σύγχρονη ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα στις ψυχαναλυτικές και
προσωποκεντρικές προσεγγίσεις, αποφεύγεται συχνά η άμεση συμβουλή. Ο θεραπευτής
δεν θεωρεί ότι η αποστολή του είναι να υποδείξει τι είναι σωστό ή λάθος, αλλά
να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του και να αποφασίσει
σύμφωνα με τις δικές του αξίες. Σε άλλες θεραπευτικές σχολές, όπως η
γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, υπάρχουν περισσότερο κατευθυντικές
παρεμβάσεις, αλλά και πάλι το πλαίσιο παραμένει κυρίως ψυχολογικό και όχι
θεολογικό.
Αυτό
σχετίζεται με μια βαθύτερη πολιτισμική μεταβολή. Η μετανεωτερική σκέψη
αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις καθολικές αξιώσεις περί αντικειμενικού καλού και
κακού. Ως αποτέλεσμα, πολλές σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις
ενδιαφέρονται περισσότερο για την ανακούφιση του ψυχικού πόνου, τη
λειτουργικότητα και την προσωπική αυθεντικότητα παρά για την ηθική αξιολόγηση
των πράξεων.
Η
εξομολόγηση, αντίθετα, δεν μπορεί να αποκοπεί από την έννοια της αλήθειας και
της μετάνοιας. Προϋποθέτει ότι υπάρχει μια αντικειμενική ηθική τάξη, ότι ο
άνθρωπος μπορεί να απομακρυνθεί από αυτήν και ότι η αναγνώριση της πτώσης
αποτελεί προϋπόθεση της θεραπείας. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία παραγωγής
ενοχών, αλλά για μια διαδικασία αποκατάστασης της σχέσης με τον Θεό και
μεταμόρφωσης του ανθρώπου, η οποία τελικά φέρνει την ηρεμία και την ψυχική
ισορροπία στον συμμετέχοντα.
Εδώ,
λοιπόν, ανακύπτει ένα κρίσιμο φιλοσοφικό ερώτημα. Μπορεί να υπάρξει πραγματική
συμβουλευτική χωρίς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για το ποιος είναι ο άνθρωπος και
ποιος είναι ο σκοπός της ζωής του; Κάθε συμβουλή, ακόμη και όταν παρουσιάζεται
ως ουδέτερη, προϋποθέτει μια απάντηση στο ερώτημα του αγαθού. Για να πει κανείς
ότι μια επιλογή είναι προτιμότερη από μια άλλη, πρέπει να διαθέτει ένα μέτρο
αξιολόγησης. Καμία συμβουλή δεν είναι εντελώς απαλλαγμένη από αξίες.
Η
ορθόδοξη πνευματική καθοδήγηση διαθέτει ένα σαφές θεμέλιο. Ο άνθρωπος είναι
εικόνα Θεού, σκοπός του είναι η θέωση και οι αρετές αποτελούν τον δρόμο προς
αυτήν. Ο πνευματικός δεν παρουσιάζεται ως αλάθητος ή ως άνθρωπος με υπερφυσικές
γνώσεις για κάθε ζήτημα της ζωής. Η αυθεντία του δεν βασίζεται στην προσωπική
του ευφυΐα ούτε σε κάποια μαγική ικανότητα να γνωρίζει το θέλημα του Θεού σε
κάθε περίπτωση. Το κύρος του πηγάζει από το ότι είναι φορέας μιας ζωντανής
εκκλησιαστικής παράδοσης και καλείται να εφαρμόσει τη σοφία αυτής της παράδοσης
στις συγκεκριμένες περιστάσεις του ανθρώπου που τον εμπιστεύεται.
Αυτό
σημαίνει επίσης ότι ένας πνευματικός μπορεί να κάνει λάθη. Η ίδια η Εκκλησία
δεν θεωρεί κάθε προσωπική του γνώμη αλάθητη. Για τον λόγο αυτό η διάκριση
θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες αρετές, τόσο για τον πνευματικό όσο και για
τον πιστό. Η σχέση δεν είναι σχέση τυφλής υποταγής, αλλά σχέσης εμπιστοσύνης
μέσα στην κοινή αναζήτηση του θελήματος του Θεού.
Γίνεται
λοιπόν κατανοητό ότι το βασικό ερώτημα δεν είναι αν ο πνευματικός είναι
εξυπνότερος από εκείνον που εξομολογείται. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο
άνθρωπος αποδέχεται το αξιολογικό πλαίσιο της χριστιανικής πίστης. Αν κάποιος
δεν πιστεύει ότι η Εκκλησία εκφράζει την αλήθεια για τον άνθρωπο, τότε είναι
απολύτως λογικό να μη θεωρεί αναγκαία την πνευματική καθοδήγηση. Αν όμως
κάποιος πιστεύει ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια και ότι η Εκκλησία αποτελεί το
σώμα Του μέσα στην ιστορία, τότε η εξομολόγηση και η σχέση με έναν πνευματικό
δεν αποτελούν μια προαιρετική ψυχολογική υπηρεσία, αλλά φυσική συνέπεια της
ίδιας της πίστης του.
Η
παραμέληση της εξομολόγησης από έναν πιστό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην έλλειψη
πίστης· μπορεί να οφείλεται σε αρνητικές εμπειρίες, σε δυσκολία εύρεσης
κατάλληλου πνευματικού ή σε άλλες προσωπικές αιτίες. Ωστόσο, από θεολογική
άποψη, η τακτική πνευματική καθοδήγηση αποτελεί οργανικό στοιχείο της
εκκλησιαστικής ζωής, διότι ο χριστιανισμός δεν είναι μόνο ένα σύνολο ιδεών αλλά
ένας τρόπος ζωής που βιώνεται μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας.
Η
σύγχρονη κουλτούρα προβάλλει συχνά την απόλυτη αυτονομία του ατόμου ως ύψιστη
αξία. Η χριστιανική παράδοση, αντίθετα, θεωρεί ότι η ελευθερία δεν καταργείται
όταν ο άνθρωπος εμπιστεύεται μια αυθεντική πνευματική παράδοση· αντίθετα,
ολοκληρώνεται όταν η προσωπική του βούληση φωτίζεται από την αλήθεια. Η υπακοή
στον πνευματικό δεν έχει νόημα ως υποταγή σε ένα πρόσωπο, αλλά ως ελεύθερη
αποδοχή της σοφίας της Εκκλησίας, την οποία ο πνευματικός καλείται να
διακονήσει.
Για
τον άνθρωπο, λοιπόν, που πραγματικά πιστεύει στον Χριστό, η εξομολόγηση δεν
είναι μια τυπική θρησκευτική υποχρέωση ούτε μια περιστασιακή λύση σε περιόδους
κρίσεως. Είναι ένας συνεχής τρόπος αυτογνωσίας, μετανοίας και πνευματικής
θεραπείας, μέσα από τον οποίο ο πιστός επιτρέπει στην αλήθεια του Ευαγγελίου να
διαμορφώνει σταδιακά ολόκληρη τη ζωή του. Υπό αυτή την προοπτική, η εξομολόγηση
δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας, αλλά έναν δρόμο προς τη βαθύτερη ελευθερία
που γεννιέται όταν ο άνθρωπος πορεύεται συνειδητά προς την αλήθεια.
Θεία Κοινωνία , το Μυστήριο των Μυστηρίων
Θεία
Κοινωνία: Εάν ο πιστός συμμετέχει στην Θεία Κοινωνία με την κατάλληλη
προετοιμασία, με καθαρή εξομολόγηση, με νηστεία, με αγάπη προς τους αδελφούς,
με πίστη και φόβο Θεού, τότε η συμμετοχή του είναι καρποφόρος πνευματικά.
Ο
άνθρωπος ενούται με τον Χριστό, ενούται με τους εν Χριστώ αδελφούς του. Δια της
θείας Κοινωνίας ο πιστός γίνεται «σύσσωμος και σύναιμος» του Χριστού.
Ο
ίδιος ο Χριστός, όταν για πρώτη φορά μίλησε για το Μυστήριο της θείας
Ευχαριστίας, είπε: Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει
καγώ εν αυτώ.
Με
την θεία Κοινωνία γινόμαστε ένα κράμα με το Πανάγιο Αίμα του Χριστού, γινόμαστε
ένα φύραμα με το πανάγιο Σώμα Του. «Δέχεσαι μέσα σου τον Χριστό, λέει ο ιερός
Χρυσόστομος, αναμιγνύεσαι με το άγιο Σώμα Του, αναφύρεσαι με το Σώμα του Κυρίου
που βρίσκεται στον ουρανό». Η αγάπη του Χριστού για μας, λέει ο ιερός
Χρυσόστομος, δεν αρκέστηκε στο γεγονός της σαρκώσεως, στα άχραντα πάθη και στην
ταφή. Προχώρησε στην προσφορά της θείας Κοινωνίας:
«Δεν
ήρκεσε στον Χριστό το να γίνει άνθρωπος, να ραπισθεί και να σφαγεί για μας,
αλλά και συμφύρει τον εαυτό Του με μας. Και όχι μόνο με την πίστη, αλλά και
στην πραγματικότητα μας κάνει σώμα δικό Του… Σκέψου ποιας τιμής αξιώθηκες! Ποια
τράπεζα απολαμβάνεις! Αυτό το οποίο οι άγιοι Άγγελοι όταν το βλέπουν φρίττουν
και δεν τολμούν να το κοιτάξουν χωρίς δέος, εξαιτίας της λάμψεως που εκπέμπεται
από εκεί, με αυτό εμείς τρεφόμαστε, με αυτό συμφυρόμαστε και έχουμε γίνει ένα
σώμα Χριστού και μία σάρκα. Τις λαλήσει τας δυναστείας Κυρίου, ακουστάς ποιήσει
πάσας τας αινέσεις Αυτού;».
Σε
άλλη πάλιν ομιλία του ο θεοφώτιστος Χρυσόστομος, τοποθετεί στο στόμα του Κυρίου
τούτα τα λόγια: «Για σένα, άνθρωπε, εμπτύστηκα, ραπίστηκα, κενώθηκα από την
δόξα, άφησα τον Πατέρα και ήλθα σε σένα που με μισείς και με αποστρέφεσαι και
δεν θέλεις ούτε το όνομα μου να ακούσεις. Έτρεξα προς εσένα και σε κατεδίωξα,
για να σε κάμω δικό μου. Σε ένωσα και σε συνέδεσα με τον εαυτό μου. Σου είπα:
Φάγε το Σώμα μου και πιες το Αίμα μου. Και στον ουρανό σε έχω και κάτω στην γη
είμαι ενωμένος μαζί σου…
Όχι
απλώς συνδέομαι μαζί σου, αλλά συμπλέκομαι, τρώγομαι, λεπτύνομαι λίγο-λίγο, για
να γίνει μεγαλύτερη η ανάμειξη, η συμπλοκή και η ένωση. Γιατί εκείνα που
ενώνονται διατηρούν τα όρια τους, εγώ όμως συνυφαίνομαι μαζί σου. Δεν θέλω
δηλαδή να υπάρχει κάτι ανάμεσα μας. Θέλω να είναι ένα τα δύο, Εγώ και
συ».Ανάμεσα στον Χριστό και στον πιστό που άξια κοινωνεί δεν παρεμβάλλεται
πλέον τίποτε. Όλα λιώσανε μέσα στην φωτιά της αγάπης Του. «Ημείς και ο Χριστός
εν εσμέν», λέει ο θεοφόρος Χρυσόστομος.
Τόσο
τολμηρά μόνον ένας Άγιος μπορεί να μιλήσει. Και πράγματι έτσι μίλησαν οι Άγιοι:
Μέλη Χριστού γινόμεθα, μέλη Χριστός ημών δε και χειρ Χριστός και πους Χριστός
εμού του παναθλίου και χειρ Χριστού και πους Χριστού ο άθλιος εγώ δε… Τις η
άμετρος ευσπλαχνία σου Σώτερ;
Με
την συμμετοχή μας στην θεία Κοινωνία ενούμεθα με τους αδελφούς μας και όλοι
μαζί οικοδομούμε το Σώμα του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: Ότι είς άρτος,
εν σώμα οι πολλοί εσμέν. Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν. Και ο άγιος
Ιωάννης παρατηρεί ότι όπως ο άγιος Άρτος που κοινωνούμε είναι Σώμα Χριστού,
έτσι και όσοι κοινωνούμε γινόμαστε Σώμα Χριστού.
«Όχι
πολλά σώματα, άλλα ένα σώμα. Διότι όπως ο άρτος, ενώ αποτελείται από πολλούς
κόκκους, είναι ένας, ώστε πουθενά να μην φαίνονται οι κόκκοι, ενώ υπάρχουν,…
έτσι ενούμεθα και μεταξύ μας και με τον Χριστό. Διότι δεν τρέφεσαι από άλλο
σώμα εσύ και από άλλο εκείνος, αλλά όλοι από το ίδιο σώμα τρεφόμαστε. Γι’ αυτό
και ο Απόστολος Παύλος προσέθεσε Οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετεχομεν».
Με
το μυστήριο του αγίου Βαπτίσματος γίναμε, κατά Χάριν, παιδιά του Θεού και μέλη
της αγίας οικογενείας Του, της Εκκλησίας. Με την θεία Κοινωνία τρεφόμαστε με το
άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Ο Χριστός, λέει ο ιερός Χρυσόστομος,
«αναμειγνύει τον εαυτόν Του με τον καθένα από τους πιστούς δια των αγίων
Μυστηρίων, δηλαδή δια της θείας Κοινωνίας. Και εκείνους που γέννησε ο Χριστός
δια του αγίου Βαπτίσματος τους τρέφει με τον εαυτόν Του». Δημιουργείται έτσι
μεταξύ των πιστών ένας δεσμός πνευματικός, δεσμός αγάπης αληθινής.
Αυτή
η αγάπη πρέπει πάντα να διακρίνει τους πιστούς στις σχέσεις τους. Λέει σχετικά
ο ιερός Χρυσόστομος: «Εγίναμε κοινωνοί της πνευματικής Τραπέζης. Ας γίνουμε
κοινωνοί και της πνευματικής αγάπης. Διότι αν ληστές μοιράζοντας τα λάφυρα τους
ξεχνούν τους ληστρικούς τρόπους τους, ποια δικαιολογία θα έχουμε εμείς που
συνεχώς κοινωνούμε του αγίου Σώματος του Κυρίου και δεν μιμούμεθα ούτε των
ληστών την ημερότητα;
Αν
και σε πολλούς ανθρώπους όχι μόνον η συμμετοχή στην κοινή τράπεζα, αλλά και το
ότι κατάγονται από την ίδια πόλη, υπήρξε αρκετό για να συνάψουν φιλία. Εμείς
όμως οι πιστοί όταν έχουμε την ίδια πόλη και το ίδιο σπίτι και την ίδια τράπεζα
και οδό και θύρα και ρίζα και ζωή και κεφαλή και τον αυτό ποιμένα και βασιλέα
και διδάσκαλο και κριτή και δημιουργό και πατέρα και όταν όλα τα έχουμε κοινά,
ποιας συγχωρήσεως θα ήταν δυνατόν να τύχουμε, εάν διαιρούμεθα ο ένας από τον
άλλο;».
Για
τους πιστούς που κοινωνούν το άγιο Σώμα του Χριστού τα πάντα τους ενώνουν,
επειδή τους ενώνει ο Χριστός. Η αγία μας Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και
ο Ναός είναι ο πατρικός μας Οίκος. Όσοι έρχονται στην θεία Λειτουργία είναι
αδελφοί μας εν Χριστώ και η αγάπη πρέπει να υπάρχει πάντα ανάμεσα μας. Εάν ο
Χριστός δίνει για μας το πανάγιο Σώμα Του, οφείλουμε και μείς από καρδίας να
αγαπούμε τους αδελφούς μας και να τους βοηθούμε σε κάθε τους ανάγκη.
Σ’
εκείνους που παρέβλεπαν τους πεινώντας αδελφούς, ο ιερός Χρυσόστομος απηύθυνε
τούτα τα λόγια: «Ο Χριστός έδωσε εξίσου σε όλους το άγιο Σώμα Του και συ ούτε
κοινό ψωμί δεν δίνεις ελεημοσύνη εξίσου σε όλους;». Αυτό είναι πράξη ανάξια για
όσους κοινωνούν τον Χριστό.Η θεία Λειτουργία είναι η φανέρωση του μυστηρίου της
Εκκλησίας.
Η
κοινωνία των πιστών είμαστε ο ευλογημένος λαός του Θεού, ενωμένοι μέσα στην
αγάπη του Χριστού. «Ένα είμαστε όλοι και μεταξύ μας και εν Χριστώ. Διότι ο
Χριστός είναι ο σύνδεσμος της ενότητας, επειδή είναι ταυτόχρονα Θεός και
άνθρωπος», γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας.
Δια
της σαρκώσεως Του ο Χριστός «εκκλησίας σάρκα ανέλαβε» και «ήρθε στο δικό της
σπίτι. Την βρήκε λερωμένη, λιγδωμένη, γυμνή, βουτηγμένη στα αίματα και την
έλουσε (με το Βάπτισμα), την άλειψε με αρώματα (με το Χρίσμα), την έθρεψε (με
την θεία Κοινωνία) και την έντυσε ιμάτιο που όμοιο του δεν είναι δυνατόν να
βρεθεί: Αυτός ο Ίδιος έγινε στολή της και την πήρε από το χέρι και την ανεβάζει
στα ύψη»
Η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας περί της Θείας Κοινωνίας
Η διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και ιδιαίτερα του Αγίου Ιωάννου του
Χρυσοστόμου γύρω από τη συχνότητα της Θείας Κοινωνίας δεν επικεντρώνεται σε
μαθηματικούς υπολογισμούς (π.χ. πόσες μέρες πέρασαν), αλλά στην πνευματική
κατάσταση του πιστού.
1.
Η βασική θέση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Ο
ιερός Πατέρας τονίζει ότι το κριτήριο για το αν πρέπει κάποιος να κοινωνήσει
δεν είναι η γιορτή (π.χ. επειδή είναι Πάσχα ή Χριστούγεννα), ούτε ο χρόνος που
μεσολάβησε, αλλά η καθαρότητα της συνείδησης.
Σε
μια περίφημη ομιλία του αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Πολλοί
μεταλαμβάνουν από αυτό το θυσιαστήριο μία φορά τον χρόνο, άλλοι δύο φορές,
άλλοι δε περισσότερες. Ποιούς λοιπόν από αυτούς θα επαινέσουμε; Εκείνους που
κοινωνούν μία φορά, εκείνους που κοινωνούν πολλές φορές ή εκείνους που
κοινωνούν λίγες; Ούτε εκείνους που κοινωνούν μία φορά, ούτε εκείνους που
κοινωνούν πολλές, ούτε εκείνους που κοινωνούν λίγες, αλλά εκείνους που
προσέρχονται με καθαρή συνείδηση, με καθαρή καρδιά και με ανεπίληπτο βίο.
Οι τέτοιοι ας κοινωνούν πάντοτε. Οι δε μη τοιούτοι, ούτε μία φορά.»
2.
Η προτροπή για Συχνή Μετάληψη
Αν
και ο Χρυσόστομος ελέγχει αυστηρά την αναξιότητα, δεν αποτρέπει τον πιστό
από τη συχνή προσέλευση. Αντίθετα, θεωρεί τη Θεία Λειτουργία μια ανοιχτή
πρόσκληση σε δείπνο. Σημειώνει μάλιστα με παράπονο ότι πολλοί πηγαίνουν στην
εκκλησία, αλλά όταν ο ιερέας φωνάζει «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης
προσέλθετε», εκείνοι αποστρέφουν το πρόσωπο και δεν πλησιάζουν:
- Αν είσαι
άξιος (μέσω της μετάνοιας), πρέπει να κοινωνείς συχνά.
- Αν είσαι
ανάξιος (επειδή εμμένεις στην αμαρτία χωρίς μετάνοια), τότε δεν σου
επιτρέπεται ούτε στις μεγάλες γιορτές.
3.
Η γενικότερη Πατερική Παράδοση
Η
θέση του Χρυσοστόμου συμπλέει απόλυτα με το σύνολο της πατερικής θεολογίας:
- Η Αρχαία
Εκκλησία: Στους
πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε Θεία
Λειτουργία (ακόμα και 3-4 φορές την εβδομάδα, όπως αναφέρει ο Μέγας
Βασίλειος). Η αποχή θεωρούνταν αποκοπή από το σώμα της Εκκλησίας.
- Το κίνημα
των Κολλυβάδων (18ος αιώνας):
Άγιοι όπως ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και ο Άγιος Μακάριος
Κορίνθου έγραψαν ολόκληρο βιβλίο («Περί της συνεχούς Μεταλήψεως»),
αποδεικνύοντας με πατερικά κείμενα ότι η συχνή Θεία Κοινωνία είναι η
φυσιολογική πνευματική κατάσταση του χριστιανού, εφόσον δεν εμποδίζεται
από βαριά αμαρτήματα.
Συμπέρασμα
Για
τους Πατέρες, η Θεία Κοινωνία είναι «άρτος επιούσιος» (καθημερινή τροφή)
και «φάρμακο αθανασίας». Το κλειδί δεν είναι η αλλαγή της συχνότητας,
αλλά η αλλαγή της ζωής μας μέσω του Μυστηρίου της Εξομολόγησης, ώστε να
πλησιάζουμε όσο το δυνατόν συχνότερα, πάντα όμως με ταπεινοφροσύνη και συντριβή
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου