Ε.Ι.Π.Α.Σ.
Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος Β´.
Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος,
τότε τὸν ᾍδην ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ
τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα
Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι.
Ἀπολυτίκιον τοῦ Τοῦ Ναοῦ
Κοντάκιον Ἦχος β΄
Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρὸς τὸν Ποιητὴν ἀμετάθετε, μὴ παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλὰ πρόφθασον, ὡς ἀγαθή, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, τῶν πιστῶς
κραυγαζόντων σοι. Τάχυνον εἰς πρεσβείαν, καὶ σπεῦσον εἰς ἱκεσίαν, ἡ προστατεύουσα ἀεί, Θεοτόκε, τῶν τιμώντων σε.=====================================
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ
ΡΩΜΑΙΟΥΣ Ε´ 1 - 10
1 Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν
πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2 δι’
οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν,
καὶ καυχώμεθα ἐπ’ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. 3 οὐ μόνον
δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, 4 ἡ
δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, 5 ἡ δὲ ἐλπὶς
οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος
ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. 6 ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν
ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. 7 μόλις γὰρ
ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. 8 συνίστησι
δὲ τὴν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ
ἡμῶν ἀπέθανε. 9 πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν
τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. 10 εἰ
γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον
καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1 Αφού, λοιπόν, ελάβομεν την δικαίωσιν δια
της πίστεως, έχομεν ειρήνην με τον Θεόν δια μέσου του Κυρίου ημών Ιησού
Χριστού. 2 Αυτός δια της πίστεώς μας έχει φέρει εις
την περιοχήν της χάριτος, εις την οποίαν έχομεν πλέον σταθή και εδραιωθή και
καυχώμεθα με την βεβαίαν ελπίδα, ότι θα απολαύσωμεν την δόξαν του Θεού. 3 Δεν
καυχώμεθα δε μόνον δια την χάριν, που ελάβομεν και την δόξαν που θα
απολαύσωμεν, αλλά και δια τας θλίψεις, επειδή γνωρίζομεν καλά, ότι η θλίψις
εργάζεται σιγά-σιγά και φέρει ως πολύτιμον αγαθόν την υπομονήν, 4 η
δε υπομονήν έχει ως καρπόν της την δοκιμασμένην αρετήν, η δε δοκιμασμένη αρετή
φέρει την σταθεράν ελπίδα προς τον Θεόν. 5 Αυτή δε
η ελπίς, διότι δεν διαψεύδεται ποτέ, δεν εντροπιάζει και δεν απογοητεύει αυτόν
που την έχει. Δεν μας εντροπιάζει δε, διότι η αγάπη του Θεού έχει πλουσία χυθή
και πλημμυρίσει τας καρδίας μας με το Αγιον Πνεύμα, το οποίον μας εδόθη ως
προκαταβολή και ως απαρχή των υψίστων δωρεών, τας οποίας έχομεν βεβαίαν την
ελπίδα, ότι θα λάβωμεν από τον Θεόν. 6 Η άπειρος δε
αυτή αγάπη και συγκατάβασις του Θεού προς ημάς εφάνη και εκ του υψίστου
γεγονότος, ότι καθ' ον χρόνον ημείς ήμεθα ασθενείς πνευματικώς, αμαρτωλοί και
ένοχοι, ο Χριστός στον κατάλληλον καιρόν, που είχεν ορίσει με την πρόγνωσίν του
ο Θεός, απέθανεν επί του σταυρού, δια να σώση με την λυτρωτικήν του θυσίαν τους
ασεβείς. 7 Μεγίστη όντως η αγάπη του Θεού. Διότι
μόλις και μετά δυσκολίας θα υπάρξη άνθρωπος να θυσιασθή δια κάποιον δίκαιον.
Δια τον αγαθόν ίσως και να τολμήση κανείς να αποθάνη. 8 Ο
Θεός όμως δεικνύει και επιβεβαιώνει κατά ένα τρόπον αναντίρρητον την αγάπην του
προς ημάς εκ του γεγονότος ότι, ενώ ημείς ήμεθα αμαρτωλοί, ο Χριστός εθυσιάσθη
προς χάριν ημών. 9 Πολύ περισσότερον, λοιπόν, τώρα
που ελάβομεν την δικαίωσιν με το αίμα της θυσίας του, θα σωθώμεν ασφαλώς δι'
αυτού από την μέλλουσαν οργήν. 10 Διότι εάν, ενώ
ήμεθα εχθροί, εσυμφιλιώθημεν με τον Θεόν δια του σταυρικού θανάτου του Υιού
του, πολύ περισσότερον τώρα, που έχομεν συμφιλιωθή, θα σωθώμεν δια μέσου του
ζώντος αιωνίως πλησίον του Θεού Κυρίου, αρχιερέως και μεσίτου ημών Ιησού
Χριστού.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
ΚΑΤΑ
ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 - 33
22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν
οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν
δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ
ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται
δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται
καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ
τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι
ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε
εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς
ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς
δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ
περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ
οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ
τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν
χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως
ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ
οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα
γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων
ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ
καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
22 Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το
σώμα, είναι το μάτι (λύχνος δε που φωτίζει την ψυχήν είναι ο νους, το λογικόν
που σας έχει δώσει ο Θεός). Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλον το
σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινόν (έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο
νους και η καρδία σου δεν έχουν τυφλωθή από την προσκόλλησιν στους επιγείους
θησαυρούς). 23 Εάν όμως το μάτι σου είναι
κατεστραμμένον και ανίκανον να ίδη το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο
στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωκεν ο Θεός (ο νους δηλαδή και η
συνείδησις, εξ αιτίας της προσκολλήσεως εις τα υλικά αγαθά), είναι σκοτάδι,
τότε το ηθικόν σκοτάδι της ψυχής σου πόσον πυκνόν και αδιαπέραστον θα
είναι; 24 Κανείς δεν ημπορεί να υπηρετή συγχρόνως
δύο κυρίους· διότι η θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον η θα
προσκολληθή στον ένα και θα καταφρονήση τον άλλο. Και σεις δεν είναι δυνατόν να
υπηρετήτε τον Θεόν και τον πλούτον· η θα αγαπήσετε τον Θεόν και θα
περιφρονήσετε τους επιγείους θησαυρούς η θα υποδουλωθήτε εις αυτούς και θα
καταφρονήσετε τον Θεόν. 25 Δια τούτο ακριβώς και
σας λέγω, μη φροντίζετε με στενοχωρίαν και αγωνίαν δια την ζωήν σας, δηλαδή δια
το τι θα φάγετε και το τι θα πίετε, ούτε και δια το σώμα σας με τι θα ενδυθήτε.
Δεν αξίζει η ζωή περισσότερον από την τροφήν και το σώμα από το ένδυμα; (Ο
Θεός, που σας έδωσε το πολυτιμότερον, δεν θα σας δώση και το κατώτερον;) 26 Παρατηρήστε
τα πτηνά του ουρανού και ίδετε ότι αυτά ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε
συγκεντρώνουν τροφάς εις αποθήκας. Και όμως ο Πατήρ σας ο ουράνιος τα τρέφει.
Σεις δεν έχετε ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από αυτά; 27 Ποιός
δε από σας, όσας πολλάς και μεγάλας φροντίδας και αν καταβάλη, ημπορεί να
προσθέση στο ανάστημά του ένα πήχυν; 28 Και περί
του ενδύματος διατί φροντίζετε με τόσην ανησυχίαν και αγωνίαν; Παρατηρήστε με
προσοχήν τα άνθη του αγρού, πως φυτρώνουν και πως αυξάνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε
γνέθουν. 29 Και όμως σας λέγω τούτο, ούτε και αυτός
ο Σολομών με όλην του την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν και δόξαν δεν εφόρεσε ποτέ
ένα τόσον περίλαμπρον ένδυμα ωσαν αυτό, με το οποίον περιβάλλεται ένα από τα
ταπεινά αυτά άνθη. 30 Εάν δε ο Θεός ενδύη με τόσην
λαμπρότητα τα χορτάρια του αγρού, που σήμερα υπάρχουν και αύριον ρίπτονται στον
φούρνον, δεν θα ενδύση πολύ περισσότερον σας, ολιγόπιστοι; 31 Λοιπόν
μη κυριευθήτε ποτέ από την ανήσυχον μέριμναν και μη λέγετε συνεχώς, τι θα
φάγωμεν η τι θα πίωμεν η τι θα ενδυθώμεν; 32 Διότι
οι ειδωλολάτραι (που δεν γνωρίζουν τα αιώνια αγαθά και την στοργικήν πρόνοιαν
του Θεού), επιζητούν αποκλεστικά και μόνον αυτά τα φθαρτά αγαθά. Σεις όμως μην
κυριεύεσθε από τέτοιες μέριμνες, διότι ο Πατήρ σας ο ουράνιος γνωρίζει ότι
έχετε ανάγκην από όλα αυτά, και σαν πανάγαθος, που είναι, θα σας τα δώση. 33 Ζητείτε
δε κατά πρώτον και κύριον λόγον την βασιλείαν του Θεού και την αρετήν που θέλει
από σας ο Θεός, και όλα αυτά τα επίγεια αγαθά θα σας δοθούν μαζή με τα
ανεκτίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών.
Ἑωθινόν
Γ´
ΚΑΤΑ
ΜΑΡΚΟΝ ΙϚ´ 9 – 20 , Ήχος β’
9 Ἀναστὰς δὲ πρωῒ πρώτῃ σαββάτου ἐφάνη πρῶτον
Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ’ ἧς ἐκβεβλήκει ἑπτὰ δαιμόνια. 10 ἐκείνη
πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ’ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι. 11 κἀκεῖνοι
ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ’ αὐτῆς, ἠπίστησαν. 12 Μετὰ
δὲ ταῦτα δυσὶν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις εἰς
ἀγρόν. 13 κἀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς·
οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. 14 Ὕστερον ἀνακειμένοις αὐτοῖς
τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη καὶ ὠνείδισε τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ τὴν σκληροκαρδίαν, ὅτι
τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν. 15 καὶ
εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ
κτίσει. 16 ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ
δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται· 17 σημεῖα δὲ τοῖς
πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει· ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι· γλώσσαις
λαλήσουσι καιναῖς· 18 ὄφεις ἀροῦσι· κἂν θανάσιμόν
τι πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει· ἐπὶ ἀρρώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. 19 Ὁ
μὲν οὖν Κύριος μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐκάθισεν ἐκ
δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. 20 ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες ἐκήρυξαν
πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος διὰ τῶν ἐπακολουθούντων
σημείων. ἀμήν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
9 Αφού δε ανεστήθη ο Ιησούς το πρωϊ της
πρώτης ημέρας της εβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρώτον εις την Μαρίαν την
Μαγδαληνήν, από την οποίαν είχε διώξει επτά δαιμόνια. 10 Αυτή
επήγε και ανήγγειλε το ευχάριστον γεγονός στους μαθητάς του, οι οποίοι
επενθούσαν και έκλαιον. 11 Εκείνοι δε όταν ήκουσαν
ότι ο Διδάσκαλος ζη και ότι παρουσιάσθηκε εις αυτήν, δεν επίστευσαν. 12 Επειτα
από αυτά εφανερώθηκε με άλλην μορφήν, από εκείνην που είχε πριν σταυρωθή, εις
δύο από αυτούς που επεριπατούσαν και επήγαιναν εις κάποιον χωράφι. 13 Και
εκείνοι επήγαν και ανήγγειλαν τούτο στους άλλους Αποστόλους, αλλ' ούτε εις
εκείνους επίστευσαν. 14 Υστερον δε εφανερώθηκε και
στους ένδεκα, όταν αυτοί είχαν καθίση να φάγουν, και τους ήλεγξε δια την
απιστίαν των και την σκληροκαρδίαν των, διότι δεν επίστευσαν εις εκείνους, που
τον είχαν ίδει αναστημένον. 15 Και τους είπεν·
“πηγαίνετε εις όλον τον κόσμον και κηρύξατε το ευαγγέλιον, το χαρμόσυνον μήνυμα
της σωτηρίας, εις όλην την ανθρωπότητα. 16 Εκείνος
που θα πιστεύση και βαπτισθή, θα σωθή, εκείνος που θα απιστήση στο κήρυγμά σας
θα καταδικαστή. 17 Υπερφυσικά δε σημεία στους
πιστεύοντας που θα μαρτυρούν την αλήθειαν της πίστεώς των, θα ακολουθήσουν τα
εξής· Με την πίστιν και την επίκλησιν του ονόματός μου θα διώξουν δαιμόνια· θα
ομιλήσουν ξένας γλώσσας, νέας και αγνώστους εις αυτούς. 18 Θα
σηκώσουν με τα χέρια τους φίδια φαρμακερά, χωρίς να πάθουν τίποτε από το
δάγκωμά των· και εάν ακόμη πιουν κανένα θανατηφόρον δηλητήριον, δεν θα τους
βλάψη· θα βάζουν τα χέρια των επάνω στους αρρώστους και εκείνοι, θα γίνωνται
καλά”. (Τα θαύματα, που έκαμεν Εκείνος θα κάνουν και αυτοί). 19 Ο
μεν λοιπόν Κυριος έπειτα από τας ομιλίας αυτάς και πολλάς άλλας που έκαμε προς
αυτούς, ανελήφθη στον ουρανόν και εκάθισεν εις τα δεξιά του Θεού. 20 Εκείνοι
δε αφού εβγήκαν προς όλην την οικουμένην, εκήρυξαν παντού το Ευαγγέλιον. Ο δε
Κυριος συνέπραττε και συνεργούσε μαζή των και επιβεβαίωνε το κήρυγμά των με τα
θαύματα, που επακολουθούσαν ύστερα από το κήρυγμα. Αμήν.
======================================
ΟΜΙΛΙΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ
Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
«Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;» (Ματθ. ΣΤ΄ 30).
Ἡ Θεία μέριμνα καὶ Ἀγάπη!
Εἰς τὴν ἀνωτέρω φράσιν, φίλοι μου ἀναγνῶσται, ἥντινα ἐθέσαμεν ὡς θέμα τοῦ
παρόντος, ὁ Κύριος θέλει νὰ μᾶς πείσῃ καὶ βεβαιώσῃ διὰ τὴν ἀγάπην Του καὶ τὸ ἀνύστακτον
ἐνδιαφέρον Του δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους! Οὐχὶ μόνον δὲ εἰς τὸν ἀνωτέρω στίχον τῆς
σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πλεῖστον τοῦ σημερινοῦ ἱεροῦ ἀναγνώσματος,
ἀναφέρεται εἰς τὴν μέριμναν καὶ ἀσχολίαν Του μὲ τὸν ἄνθρωπον! Καί, παρ’ ὅτι οἱ
συγκεκριμένοι οὗτοι λόγοι Του ἀκούονται ἀπολύτως φανταστικοὶ καὶ ἀπίθανοι διὰ τὴν
ἀνθρωπίνην λογικήν, ἐν τούτοις, ἐὰν συνειδητοποιήσωμεν ὅτι μᾶς ὁμιλεῖ ὁ Ἴδιος ὁ
Θεὸς καὶ Πατέρας μας, θὰ πεισθῶμεν ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι, οὐχὶ μόνον ἀληθῆ καὶ
πραγματικά, ἀλλὰ καὶ ὑποσχέσεις αἱ ὁποῖαι θὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅπωσδήποτε!
Διατί, ὅμως, ὅλον τοῦτο τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὸν ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπον; Δὲν εἶναι
τόσον δύσκολον νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τοῦτο τὸ τόσον ἁπλοῦν ἐρώτημα! Ἐὰν σκεφθῶμεν
ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, τὴν Θείαν Ἀγάπην τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε καὶ ἔτι ἐπιδεικνύει
εἰς ἡμᾶς ὁ Πανάγαθος Κύριος, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ὡς
ἄνω ἐρώτησιν! Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδημιούργησεν ἡμᾶς ὁ Θεῖος Δημιουργός, καὶ «ἔθετο
τὸν ἄνθρωπον ὡς βασιλέα τῆς κτίσεως», δὲν ἔπαψεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, νὰ ἐνδιαφέρεται
καὶ νὰ συντηρῇ, οὐχὶ μόνον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ σύμπασαν τὴν κτιστὴν καὶ ἄκτιστον
κτίσιν! Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἱερὸν βιβλίον τοῦ Ἰώβ, καὶ δὴ εἰς τὰ τελευταῖα
κεφάλαια, ὅπου ὁ Ἅγιος Θεός, «ἀπολογεῖται», θὰ ἐλέγομεν, εἰς τὸν δίκαιον διὰ τὰ
δεινὰ ἅτινα εὗρον τοῦτον, ἐκθέτει εἰς αὐτόν, τὴν ἀνύστακτον μέριμνάν Του, διὰ τὰ
ἄψυχα δημιουργήματά Του! Μὲ ἄκρας καὶ ἀσυλλήπτους λεπτομερείας καὶ ἐνεργείας,
δίδει εἰς τὸν Ἰὼβ νὰ κατανοήσῃ ὅτι «μὴ ἀποποιοῦ μου τὸ κρῖμα. οἴει δέ
με ἄλλως σοι κεχρηματικέναι ἢ ἵνα ἀναφανῇς δίκαιος;» (Ἰὼβ Μ΄ 8)!
Τὰ
Θεῖα «ἐπιχειρήματα»!
Ὡς ἀναγινώσκομεν, ὁ Θεῖος Διδάσκαλος εἶναι «κάθετος» ἀκόμη καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ
καθημερινά, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος εἶναι κυριολεκτικῶς «συνυφασμένος» καὶ θεωρεῖ
ταῦτα ὡς ἀπολύτως «δικά του»! Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, – ὡς οὗτος νομίζει, – ἐὰν δὲν τὰ
διαχειρισθῇ μὲ τὴν ἰδικήν του σκέψιν καὶ νοοτροπίαν, αἰσθάνεται ὅτι παραιτεῖται
ἀκόμη καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς βιολογικῆς του ζωῆς! Νομίζει ὅτι γνωρίζει ἀπολύτως πῶς
πρέπει νὰ ἐνδυθῇ, ἀλλὰ καὶ ποῖα ἐνδύματα νὰ περιβληθῇ˙ τί τροφὴ τοῦ χρειάζεται,
ἀλλὰ καὶ πῶς πρέπει νὰ τὴν προμηθευθῇ! Ἐργάζεται «πυρετωδῶς», «ἀπὸ
φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός», – ὡς λέγει ὁ ψαλμωδός, – προκειμένου νὰ καλύψῃ
τὰς τοιαύτας ἀνάγκας του, καὶ πολλάκις «ὑποχρεοῦται» ἀκόμη καὶ νὰ παρανομῇ
ποικολοτρόπως, διὰ νὰ τὰ «καταφέρνῃ»!
Λεπτομερῶς ἕως ἀδιανοήτου σημείου, ἐπιδιώκει νὰ μᾶς «καθησυχάσῃ» ὅτι δὲν εἶναι
δυνατόν, νὰ μεριμνᾷ Οὗτος ὁ Θεός, διὰ τὰ «πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ» καὶ
διὰ τὰ «κρίνα καὶ τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ», καὶ νὰ ἀδιαφορῇ ἢ καὶ
νὰ ἀδυνατῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ διευκολύνῃ τὸν «ἀδύναμον» ἄνθρωπον! Καὶ εἰς τὸ
προαναφερθὲν Ἁγιογραφικὸν βιβλίον τοῦ Ἰώβ, ἀλλὰ καὶ εἰς πληθώραν ἄλλων σημείων
τῆς Παλαιᾶς τε καὶ Καινῆς Διαθήκης, βλέπομεν τὸν Κύριον νὰ μᾶς βεβαιοῖ ὅτι «ὑμῶν
δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναί εἰσι»!
Καὶ ἐνῶ γνωρίζομεν ἀλλὰ καὶ βιώνομεν τοῦτο τὸ ἀνύστακτον ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀπέραντον
Πατρικὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου μας, ἐπιμένομεν νὰ ἐπιχειρῶμεν εἰς τὰ ἰδικά μας
θελήματα! Διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ παραδείγματος, εἴμεθα ὡς τὰ νήπια ἐκεῖνα ἅτινα ἐπιμένουσιν
εἰς τὸ θέλημά των καὶ νομίζουσιν ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς χειραγωγήσεώς των ὑπὸ
τῶν γονέων των! Ποῖος, ἆραγε, ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἐνήλικας θὰ ἐνεπιστεύετο τὴν ὁδήγησιν
ἑνὸς αὐτοκινήτου, εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς νηπίου, τὸ ὁποῖον ἐπιμένει ὅτι δύναται νὰ
προβῇ εἰς τὸ τοιοῦτον ἐγχείρημα!
Καὶ ἐνῶ συμφωνοῦμεν ἅπαντες εἰς τὴν λογικὴν ταύτην, ἐπιμένομεν, ὅμως, ὅτι
γνωρίζομεν περισσότερον καὶ καλύτερον ἀπὸ τὸν Πάνσοφον καὶ Παντοδύναμον Θεόν!
Καὶ ἐνῶ, αἱ ἕως σήμερον «πρακτικαί» μας, μᾶς διαψεύδουσι διὰ τοῦ ἀποτελέσματος ὅτι
εἴμεθα, πλέον ἀδύναμοι καὶ αὐτῶν τῶν νηπίων, συγκριτικῶς, ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, οὐδόλως
θεωρῶμεν ὅτι ἔχομεν τὴν ἀνάγκην τῆς καθοδηγήσεως ἀπὸ τὸν Παντογνώστην Κύριον!
Καὶ ἐνῶ, ἐπίσης, ζητοῦμεν διὰ τῶν προσευχῶν ἡμῶν, ἵνα ὁ Θεὸς «ὁδηγῇ ἡμᾶς
εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν», καὶ τὸν παρακαλοῦμεν, «γνώρισόν μοι
Κύριε ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι», δείχνομεν ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἀνάγκην τῶν ὑποδείξεων
καὶ συμβουλῶν Του!
Τὸ
γνώρισμα τοῦ Ἁγίου!
Ὅταν, συνήθως, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, προσπαθοῦμεν νὰ
παρουσιάσωμεν τὰ ποικίλα κατορθώματά των ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοὺς ἀνέδειξαν ὡς Ἁγίους!
Εἴτε τὸ προορατικόν τους χάρισμα, εἴτε τὰ θαύματά των, εἴτε τὰ ἀσκητικά των ἀγωνίσματα,
εἴτε τὰς προσευχὰς καὶ νηστείας των, εἴτε τὰ μαρτύριά των! Ὅμως, – καὶ ἂς μὴ ἐκπλαγῶσι
τινες ἐκ τούτου, – ταῦτα πάντα ἦσαν δῶρα τοῦ Κυρίου πρὸς τούτους!
Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ εἶναι τὸ καθ’ αὐτὸ γνώρισμα τοῦ Ἁγίου, ἦτο ἡ ἀπόλυτος ἀγάπη
των, ἀλλὰ καὶ ἐξάρτησίς των ἀπὸ τὸν Κύριον! Ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ
σύγχρονος Ἅγιός μας, ὁ Πορφύριος ὁ Καυσοκαλυβίτης, «Κύριε, χωρὶς ἐσένα
δὲν μπορῶ καὶ δὲν ἀντέχω»! Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βλέπομεν εἰς ἅπαντας
τοὺς Ἁγίους, δηλαδή, τὴν ἀπόλυτον προσκόλλησίν των εἰς τὸν Θεόν, ὥστε νὰ μὴ
δύναται οὐδεὶς καὶ τίποτε, νὰ χωρίσῃ τούτους ἀπὸ τὸ Θεόν! «Τίς ἡμᾶς
χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ
γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;» (Ρωμ. Η΄ 35)! Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς
συνέστησεν ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὅταν εἶπεν, «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν
μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε
εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. Η΄ 4)! Ὅπως τὰ νήπια δὲν
χωρίζονται ἐκ τῆς μητρός των ἔναντι τοῦ οἱουδήποτε ἀνταλλάγματος, οὕτω καὶ ὁ Ἅγιος,
δὲν διανοεῖται νὰ ζήσῃ ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, ἀποκεκομμένος ἐκ τοῦ Θεοῦ!
Τοῦτο διδάσκει καὶ συνιστᾷ σήμερον ὁ Θεῖος Λόγος, φίλοι μου ἀναγνῶσται! Τοῦτο ἄς
θέλωμεν καὶ ἄς ἐπιδιώκωμεν˙ καὶ τοῦτο ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς «ἐπηγγελμένης
Βασιλείας»! Ἀμήν!
https://orthodoxostypos.gr/%ce%b4%ce%b9%ce%b4%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%ba-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b5%cf%85%ce%b1%ce%b3%ce%b3%ce%b5%ce%bb%ce%b9%ce%bf%cf%85-206/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου