Ε.Ι.Π.Α.Σ.
Η κατὰ Σάρκα Γέννησις
τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ιησοῦ Χριστοῦ.
Εἴσοδος.
Εἰσοδικὸν ὁ α’ χορός
Ἐκ γαστρὸς πρὸ Ἑωσφόρου ἐγέννησά σε, ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ
μεταμεληθήσεται. Σὺ Ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ. Σῶσον ἡμᾶς
Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς… …ψάλλοντάς σοι, Ἀλληλούϊα.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως, ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν
Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι. (τρίς)
τὸ Κοντάκιον Ἦχος γ΄
Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον,
τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι΄
δι’ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
Ἀντὶ δὲ τοῦ Τρισαγίου Ἦχος α’. Ὅσοι εἰς Χριστὸν
ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε, Ἀλληλούϊα. 3
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΠΡΟΣ ΓΑΛΑΤΑΣ Δ´ 4 - 7
4 ὅτε
δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ
γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, 5 ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ,
ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. 6 Ὅτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν
ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ πατήρ. 7 ὥστε
οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ’ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΠΡΟΣ
ΓΑΛΑΤΑΣ Δ´ 4 - 7
4 Οταν
δε συνεπληρώθη ο χρόνος και ήλθεν ο κατάλληλος καιρός, που είχεν ορισθή μέσα
στο θείον σχέδιον, έστειλεν ο Θεός, από τον ουρανόν εις την γην, τον Υιόν του,
ο οποίος έλαβε σάρκα ανθρωπίνην δια μέσου παρθένου γυναικός και υπετάχθη
θεληματικά στον μωσαϊκόν Νομον. 5 Και τούτο, δια να
εξαγοράση εκείνους που ευρίσκοντο κάτω από την κατάραν του Νομου, δια να
πάρωμεν όλοι την υιοθεσίαν, που μας είχεν υποσχεθή ο Θεός. 6 Ακριβώς
δε διότι τώρα είσθε υιοί του Θεού, δια τούτο έστειλεν ο Θεός από τον ουρανόν το
Πνεύμα του Υιού του εις τας καρδίας σας, ώστε να σας δίδη το προνόμιον και την
χάριν, να απευθύνεσθε προς τον Θεόν κράζοντες· Αββά, δηλαδή Πατέρα μας. 7 Ωστε
σύμφωνα με αυτά συ, ο Χριστιανός, δεν είσαι πλέον δούλος των στοιχείων του
κόσμου, αλλ' υιός του Θεού. Εάν δε είσαι υιός του Θεού, είσαι κατά συνέπειαν
και κληρονόμος του Θεού δια μέσου του Ιησού Χριστού.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κατά
Ματθαίον Β 1-12.
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου
τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· Ποῦ ἐστιν
ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ
ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. Ακούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα
μετ’ αὐτοῦ, καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο
παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ἐν Βηθλέεμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτως
γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· Καὶ σύ Βηθλέεμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν
τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν
μου τὸν Ἰσραήλ. Τότε Ἡρῴδης λάθρᾳ καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσεν παρ’ αὐτῶν τὸν
χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλέεμ εἶπε· Πορευθέντες ἐξετάσατε
ἀκριβῶς περὶ τοῦ παιδίου· ἐπὰν δὲ εὕρητε ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν
προσκυνήσω αὐτῷ. Οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν
εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· ἰδόντες
δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα. Καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον
τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες
τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· Καὶ
χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς
τὴν χώραν αὐτῶν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Όταν δε εγεννήθη ο Ιησούς εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας, κατά τας ημέρας που
βασιλεύς ήτο ο Ηρώδης, ιδού μάγοι (δηλαδή άνθρωποι σοφοί που εμελετούσαν και
τους αστέρας του ουρανού) ήλθον από τας χώρας της Ανατολής εις τα Ιεροσόλυμα.
Και ερωτούσαν τους κατοίκους· “που είναι ο νεογέννητος
βασιλεύς των Ιουδαίων; Διότι ημείς είδαμεν τον αστέρα αυτού εις την Ανατολήν
και από το ουράνιον αυτό φαινόμενον επληροφορηθήκαμεν την γέννησίν του και
ήλθομεν να τον προσκυνήσωμεν”.
Όταν ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης να γίνεται λόγος δια
νεογέννητον Βασιλέα εκυριεύθη από ταραχήν, διότι εφοβήθη μήπως του αρπάση
εκείνος την βασιλείαν· μαζή με τον Ηρώδην εταράχθησαν και όλοι οι κάτοικοι της
Ιερουσαλήμ (φοβηθέντες μήπως εκσπάση και εις βάρος αυτών η οργή του αιμοβόρου
βασιλέως).
Ο Ηρώδης, αφού εκάλεσε και συνεκέντρωσε όλους τους αρχιερείς
και γραμματείς του λαού (αυτούς που εθεωρείτο ότι εγνώριζαν τον νόμον και τους
προφήτας) εζητούσε πληροφορίας, που, σύμφωνα με τας Γραφάς, θα εγεννάτο ο
Χριστός.
Εκείνοι δε του είπαν· “εις την Βηθλεέμ της Ιουδαίας, διότι
έτσι έχει γραφή από τον προφήτην Μιχαίαν· Και συ Βηθλεέμ, που ανήκεις εις την
περιοχήν της φυλής Ιούδα μολονότι μικρά στον πληθυσμόν, δεν είσαι από απόψεως
αξίας καθόλου μικρότερη και άσημη από τας μεγάλας πόλεις της φυλής του Ιούδα.
Και τούτο, διότι από σε θα προέλθη και θα αναδειχθή άρχων, ο
οποίος ως καλός πομήν θα οδηγήση με στοργήν τον λαόν μου τον Ισραηλιτικόν”.
Τότε ο Ηρώδης εκάλεσε κρυφίως τους μάγους και επληροφορήθη ακριβώς από αυτούς
τον χρόνον, κατά τον οποίον είχε φανή ο αστήρ.
Κατόπιν τους έστειλε εις την Βηθλεέμ και είπε· “πηγαίνετε
εκεί και εξετάσατε με κάθε ακρίβειαν όλα τα περί του παιδίου· και όταν θα το
εύρετε, πληροφορήσατέ με, δια να έλθω εις την Βηθλεέμ να το προσκυνήσω και
εγώ”.
Οι δε μάγοι, αφού ήκουσαν τα λόγια του βασιλέως, εξεκίνησαν
και επορεύοντο εις την Βηθλεέμ· και ιδού το λαμπρόν αστέρι, που είχαν ίδει εις
την Ανατολήν, επροπορεύετο και τους ωδηγούσεν, έως ότου ήλθε και εστάθη επάνω
από τον τόπον όπου ευρίσκετο το παιδίον.
Οι μάγοι, όταν είδαν τον αστέρα, εδοκίμασαν πολύ μεγάλην
χαράν (διότι ευρήκαν πάλιν τον ασφαλή οδηγόν των). Και ελθόντες εις την οικίαν
είδαν το παιδίον με την μητέρα αυτού Μαρίαν και πεσόντες στο έδαφος
επροσκύνησαν με βαθείαν ευλάβειαν αυτό· και ανοίξαντες τας αποσκευάς και τα
θησαυροφυλάκιά των του προσέφεραν δώρα, χρυσόν και πολύτιμα αρώματα της
Ανατολής, λιβάνι και σμύρναν.
Επειδή δε έλαβον εντολήν και οδηγίαν από τον Θεόν εις όνειρόν
των να μη επιστρέψουν προς τον Ηρώδην, ανεχώρησαν δια την πατρίδα των από άλλον
δρόμον.
======================
ΟΜΙΛΙΑ Α''
Ομιλία περί Χριστουγέννων
Για άλλη μια χρονιά, αξιωθήκαμε εμείς η Αγία του Χριστού Εκκλησία, ο ευλογημένος λαός του Θεού από καταβολής κόσμου, να εορτάσουμε το μεγάλο και θαυμαστό γεγονός των Χριστουγέννων! Ένα γεγονός εξωπραγματικό!
Ένα γεγονός πέρα από κάθε αντίληψη και πάνω από κάθε γνωστική
ικανότητα της ανθρώπινης νόησης! Ένα συμβάν που ενώ είναι εξωπραγματικό, είναι
ταυτόχρονα πραγματικό – ιστορικό.
Το θαύμα όλων των θαυμάτων, αυτό που ανθρώπινοι οφθαλμοί
είδαν και δεν μπόρεσαν να μείνουν ασυγκίνητοι!
Η Μητρόπολη των εορτών (Ιω. ο Χρυσόστομος) είναι η γέννηση
του Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού - Πατρός από την Παναγία Παρθένο.
Μια γέννηση που θα γραφτεί στην ιστορία και θα τη χωρίσει στη
μέση. Αυτό το ανερμήνευτο μυστήριο εορτάζει η οικογένεια του Θεού σήμερα!
Όπως όλοι γνωρίζουμε, οι προπάτορές μας εξέπεσαν της θείας
δόξης και της άμεσης επι – κοινωνίας με το Θεό και έγιναν μέτοχοι της φθοράς
και του θανάτου, όπως και όλο το ανθρώπινο γένος. Τότε είναι που άρχισαν όλα τα
προβλήματα για τον άνθρωπο.
Πόνος, θλίψη, στεναχώρια, δάκρυα, πόλεμοι, σκοτωμοί κ.τ.λ.
Επιλέξαμε ελεύθερα ποιο δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε για να καταστούμε
κοινωνοί της δόξας του Θεού.
Αφού λοιπόν θελήσαμε να φτάσουμε στην κατά χάριν θέωση χωρίς
Αυτόν που τη χορηγεί, βρεθήκαμε γυμνοί και ξυπόλυτοι σε έναν κόσμο πλέον
εχθρικό.
Ο Θεός, όμως, επειδή όπως λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης ἀγάπη ἐστί(Ά
Καθ. 4, 16) έστειλε τον Υιό του να σαρκωθεί, να κηρύξει την αλήθεια και να
πεθάνει κατά την ανθρωπότητά Του για να ζήσει αιώνια ο άνθρωπος.
Το βιβλίο του Εκκλησιαστή στην Π.Δ. μάς λέει ότι οὐκ ἔστι πᾶν
πρόσφατον ὑπὸ τὸν ἥλιον(Εκκλ. 1,9). Τίποτα, δηλαδή, το νέο δεν έχει δει ο
ήλιος. Όλα του είναι γνωστά. Τίποτα πρωτόγνωρο και παράξενο.
Ο Ιω. ο Δαμασκηνός συμπλήρωσε αιώνες μετά, ότι το μόνον
καινόν υπό τον ήλιον είναι ο Ιησούς Χριστός! Μέσα από τη λειτουργική και
μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, βιώνεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα αυτό το καινόν
γεγονός.
Προσέξτε! Η αγία μας πίστη δεν είναι θρησκεία. Είναι τρόπος
ζωής. Σε όλα τα θρησκεύματα βλέπουμε τον άνθρωπο να προσπαθεί να συναντήσει το
Θεό κι επειδή δεν μπορεί να τον φτάσει λόγω της υπερβατικότητός Του, επινοεί
διάφορους θεούς νομίζοντας ότι βρήκε την αλήθεια.
Εμείς, όμως, οι χριστιανοί είμαστε διαφορετικοί. Δεν
προσεγγίσαμε και δεν επινοήσαμε κανένα θεό.
Αντιθέτως, ο αληθινός Θεός ήρθε και βρήκε εμάς. Μας
συνάντησε, μας μίλησε για το Θεό - Πατέρα που είναι Δημιουργός και Δεσπότης των
πάντων, που ήταν εν μέρει γνωστός στην Π.Δ., μας μίλησε για τον Εαυτό Του αλλά
και για το Άγ. Πνεύμα.
Μας παρέδωσε τα μυστήρια του βαπτίσματος, της εξομολογήσεως
και της θ. κοινωνίας τα οποία είναι πολύ σημαντικά για τη σωτηρία μας και μας
έδειξε το δρόμο προς Αυτόν.
Όταν ο απόστολος Θωμάς ρώτησε τον Κύριο, ποιος είναι ο
δρόμος, τότε ο Χριστός του απάντησε: ᾿Εγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή·
οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι' ἐμοῦ(Ιω. 14, 6).
Τα Χριστούγεννα μπορεί να τα βιώσει ο κάθε άνθρωπος μόνο μέσα
στην Εκκλησία. Έξω από αυτή, τα Χριστούγεννα εορτάζονται με καθαρά
αντιχριστιανικό τρόπο.
Ο άνθρωπος πρέπει να κάνει στροφή προς τον εσωτερικό του
κόσμο και να αναλογιστεί τι αμαρτίες έχει διαπράξει στη ζωή του.
Να προσπαθήσει να καταλάβει τι σημαίνει ότι ο Θεός κατέβηκε
στη γη και έγινε άνθρωπος όμοιος κατά πάντα με αυτόν χωρίς βέβαια αμαρτία για
χάρη του.
Μην ακούτε αυτά που λέει ο κόσμος, ο οποίος δήθεν πιστεύει
στο Θεό αλλά ζει μακριά από την Εκκλησία.
Δεν υπάρχει εμπειρία και γνώση του Θεού μακριά από τη
συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας που αλλοιώνουν με την καλή έννοια τον
άνθρωπο και τον οδηγούν προς το Χριστό.
Δεν υπάρχει σωτηρία μακριά από το Σώμα του Χριστού γιατί ο
Χριστός χορηγεί τη χάρη Του απευθείας σε αυτό δια των μυστηρίων.
Πώς λοιπόν ένας μπορεί να λάβει τη θεία χάρη χωρίς τη
συμμετοχή στην εκκλησιαστική σύναξη, που βρίσκεται εντός του ναού; Μην
απελπίζεστε για τις αμαρτίες σας.
Ο Κύριος γνωρίζει ότι δεν υπάρχει μέρα που δε θα αμαρτήσει ο
άνθρωπος. Ο άγ. Νήφων λέει ότι ο Θεός δε θα κρίνει το χριστιανό επειδή
αμαρτάνει αλλά επειδή δε μετανοεί.
Επίσης, ο άγ. Ιω. ο Χρυσόστομος λέει το πίπτειν ανθρώπινον,
το εμμένειν εωσφορικόν, το μετανοείν θείον. Όσα αμαρτήματα κι αν έχουμε κάνει,
η μετάνοια έχει τη δύναμη να τα σβήσει.
Τίποτα δεν είναι αδύνατο για το Θεό. Πως νομίζετε ότι οι
τελώνες και οι πόρνες έλαβαν τη σωτηρία; Με τη μετάνοια, για την οποία λένε οι
Πατέρες της Εκκλησίας ότι είναι κατάσταση χάριτος.
Μια φορά ένας αλλόθρησκος και συγκεκριμένα μουσουλμάνος που
ασπάστηκε την αγία χριστιανική πίστη, εξομολογήθηκε το εξής: Ρωτούν οι
μουσουλμάνοι μεταξύ τους αν ο άνθρωπος μπορεί να γίνει Θεός, κατά φύση Θεός.
Η απάντηση που αντάλλαξαν μεταξύ τους ήταν όχι! Φυσικά και
δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο ομολογεί και η Εκκλησία διότι ο άνθρωπος είναι
κατά φύση κτιστό ον, δημιούργημα του Δημιουργού Θεού και δεν μπορεί να φύγει
από τα όρια της κτιστότητος.
Εκείνος ο μουσουλμάνος αργότερα σκέφτηκε: Είναι, όμως,
δυνατόν ο Θεός να σαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος; Ύστερα από πάρα πολλή σκέψη
ομολόγησε, ναι!
Όπως ισχυρίζεται είδε και ένα όραμα με το Χριστό και αυτό
βοήθησε ακόμα περισσότερο τη μεταστροφή του.
Μια άλλη φορά ρώτησε ένας άνθρωπος, πώς είναι δυνατόν με τη
γέννηση του Χριστού να μην έπαθε κάτι η παρθενία της Θεοτόκου.
Ένας ιερέας του απάντησε: Όπως ο Χριστός βγήκε από τον τάφο,
αφού αναστήθηκε, χωρίς να έχει μετακινηθεί ο μεγάλος λίθος, όπως μπήκε στο
σπίτι για να ευλογήσει τους μαθητές χωρίς να είναι τα παράθυρα και η πόρτα
ανοιχτή, έτσι ακριβώς εξήλθε και από τον κόλπο της Παναγίας χωρίς να προκαλέσει
ζημιά στην παρθενία της. Είναι ένα μυστήριο η γέννηση του Χριστού.
Εξάλλου και οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε ότι ὅπου γὰρ
βούλεται Θεὸς νικᾶται φύσεως τάξις.
Ακούστε! Πρέπει να απέχουμε από την αμαρτία! Ας βάλουμε αρχή
από σήμερα. Το σώμα μας είναι ιερό. Ξέρετε τι είναι το σώμα μας;
Είναι ναός του Αγ. Πνεύματος, ναός του Θεού! Ο Θεός δεν
κατοικεί ούτε σε κτήρια, ούτε στα κτήνη. Κατοικεί μέσα στην καρδιά του
ανθρώπου.
Μόνο ο άνθρωπος από ολόκληρη την κτιστή δημιουργία έχει
αξιωθεί να γίνει κατοικητήριο της θεότητος. Λέει ο απόστολος Παύλος: Μην
πλανάσθε!
Ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτρες, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί,
ούτε αρσενοκοίτες, ούτε πλεονέκτες, ούτε κλέφτες, ούτε μέθυσοι, ούτε υβριστές,
ούτε άρπαγες δεν πρόκειται να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού.
Τέτοιοι ήσασταν κάποιοι από σας. Αλλά πλυθήκατε, αλλά
αγιασθήκατε, αλλά δικαιωθήκατε με την επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού
Χριστού και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος(Α΄ Κορ. 6, 9 - 11).
Ο άγ. Διάδοχος επίσκοπος Φωτικής λέει ότι παρθένος δεν είναι
αυτός που έφυγε την κατά φύσιν ουσίαν αλλά ο αιδούμενος εαυτόν όταν βρίσκεται
κατά μόνας.
Δηλαδή, ο πραγματικά καθαρός άνθρωπος φροντίζει να είναι
καθαρός σε όλες τις στιγμές της ζωής του απέναντι στο Θεό.
Το άγιο ποτήριο πρέπει να το προσεγγίζουμε με τη σκέψη, πως
έσται μοι τούτο(Λκ. 1, 34), πως θα ενωθώ με τον Χριστό;
Είναι κάτι τιμητικό για μένα και κατά πάντα αξιόλογο και
ωφέλιμο. Αλλά συγχρόνως και κάτι πολύ επικίνδυνο. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή!
Η γέννηση του Κυρίου μας σηματοδοτεί την αρχή ενός νέου
κόσμου. Με τη γέννηση του Χριστού η αναδημιουργία διαδέχθηκε τη δημιουργία και
η ανάπλαση του ανθρώπου την πλάση.
Ο Χριστός έγινε ο δεύτερος Αδάμ στο πρόσωπο του οποίου
διορθώθηκαν τα λάθη του πρώτου Αδάμ.
Η Παναγία έγινε η δεύτερη Εύα στο πρόσωπο της οποίας
διορθώθηκαν τα σφάλματα της πρώτης Εύας. Ο πρώτος Αδάμ παράκουσε το Θεό ενώ ο
δεύτερος Αδάμ, ο Χριστός μας, έγινε υπήκοος και μάλιστα μέχρι θανάτου.
Ο πρώτος Αδάμ μάς κληροδότησε τη φθορά και το θάνατο ενώ ο
δεύτερος Αδάμ την αιώνια ζωή.
Ο πρώτος Αδάμ μάς έβγαλε από τον Παράδεισο ενώ ο δεύτερος μάς
έβαλε στην Εκκλησία όπου προγευόμαστε τα αγαθά του Παραδείσου.
Μέσα στην Εκκλησία, αυτό που μας υποσχέθηκε ο Χριστός ως
εσχατολογικό - μελλοντικό γεγονός, το βιώνουμε ως ήδη παρόν σε μορφή πρόγευσης.
Αυτός είναι ο Χριστός! Αυτή είναι η Πίστη μας! Αυτή είναι η
Εκκλησία μας! Αυτά είναι τα δώρα των Χριστουγέννων προς τους ανθρώπους.
Τελειώνοντας, ας ακούσουμε λίγα λόγια του αγ. Ιω. του
Χρυσοστόμου σχετικά με τη σημερινή εορτή.
«Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά. Ό διάβολος
καταντροπιάσθηκε. Οι δαίμονες δραπέτευσαν. Ό θάνατος (της ψυχής) καταργήθηκε. Ό
Παράδεισος ανοίχθηκε. Ή κατάρα εξαφανίστηκε. Ή αμαρτία διώχθηκε. Ή πλάνη
απομακρύνθηκε. Ή αλήθεια αποκαλύφθηκε. Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και
διαδόθηκε παντού. Ή Βασιλεία των Ουρανών μεταφυτεύθηκε στη γη. Οι Άγγελοι
συνομιλούν με τους ανθρώπους. 'Όλα έγιναν ένα. Κατέβηκε ό Θεός στη γη κι ό
άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ό Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον
Ουρανό. 'Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος είναι στη γη. Έγινε άνθρωπος
κι είναι Θεός. Είναι Θεός κι έλαβε σάρκα». Αμήν!
ΟΜΙΛΙΑ Β''
Μας δόθηκε, για μία ακόμη φορά η ευκαιρία να διαπιστώσουμε με την αποψινή μας πανήγυρη, ότι στην αγία μας Εκκλησία τα μεγάλα γεγονότα της σωτηρίας μας δεν είναι παρελθόν αλλά είναι και παρόν. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε: «Σήμερον ο Χριστός γεννάται εκ Παρθένου». Διότι εμείς εν Χάριτι, εν Αγίω Πνεύματι, μπορούμε σήμερα, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την Γέννηση του Σωτήρος, να ζούμε σαν να είναι τώρα, σαν να είναι παρόν αυτό το μυστήριο της ανερμήνευτης κενώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Αυτές τις ημέρες αυτή την αίσθηση πάλι είχαμε. Ότι
συμμετέχουμε και εμείς κατά κάποιο τρόπο ως θεατές και ως υμνωδοί και ως
προσκυνητές σ’ εκείνο το φοβερό μυστήριο, το οποίο επετελέσθη στο φτωχικό
σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και είχαμε την αίσθηση, ότι και εμείς μαζί με τους
Ποιμένες δοξολογούμε και προσκυνούμε, μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε και
υμνούμε, μαζί με τους Μάγους οδοιπορούμε και προσφέρουμε δώρα προς τον τεχθέντα
Σωτήρα μας.
Και προσκυνώντας και δοξάζοντας και αινώντας τον σαρκωθέντα
Θεό είχαμε, καθένας κατά το μέτρο της δωρεάς του Θεού, την αίσθηση της μεγάλης
αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Διότι πίσω από όλα αυτά τα φρικτά μυστήρια
κρύβεται η αγάπη του Θεού Πατέρα προς τον άνθρωπο, το πλάσμα Του. Προς εκείνον
ο οποίος, καίτοι αποστάτης από τον Ουράνιο Πατέρα, του είναι τόσο προσφιλής και
αγαπητός, ώστε να δώσει τον ίδιο τον Υιό Του προς θυσία. Γι’ αυτό και στο
Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε: «τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την
ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου
και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα».
Έτσι λοιπόν θαυμάζοντας την αγάπη του Ουρανίου Πατρός μας
προς εμάς τα ανάξια παιδιά Του, αισθανόμαστε την καρδιά μας να πλημμυρίζει από
ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο που τόσο μας αγάπησε και μας αγαπάει, ώστε όχι μόνο
να γίνει άνθρωπος για μας, αλλά και να συμμεριστεί όλη την ασθένεια της
ανθρώπινης φύσεως, όλη την ταλαιπωρία του ανθρώπου, όλη την οδύνη του ανθρώπου,
όλο τον πόνο του ανθρώπου, για να μπορέσει να βγάλει τον άνθρωπο απ’ αυτό τον
πόνο και απ’ αυτή την φυλακή και απ’ αυτή την κατάρα και να του δώσει την
αληθινή ελευθερία.
Αλλά, αυτή η φανέρωση της αγάπης του Θεού σε μας
είναι που μας δημιουργεί όχι μόνο ευγνωμοσύνη αλλά και υποχρέωση, να φαινόμαστε
και εμείς αντάξιοι αυτής της αγάπης του Θεού σε μας και να προσπαθούμε και
εμείς με όλη μας την ζωή να ανταποδίδουμε στην τόσο πλούσια αγάπη του Θεού
Πατέρα προς εμάς έστω αυτή την λίγη και φτωχή αγάπη που εμείς διαθέτουμε. Και
όταν στην δική Του αγάπη ανταποδίδουμε την δική μας αγάπη, τότε αισθανόμαστε
και αληθινή χαρά και αληθινή ειρήνη μέσα στην ψυχή μας.
Δεν θέλω να σας κουράσω, γιατί ήσαν όλα τόσο ωραία απόψε,
αλλά αυτή την ταπεινή ευχή να δώσω σε όλους μας, να μας αξιώσει ο Θεός να
ανταποκριθούμε στην αγάπη Του. Να μη είμαστε αχάριστοι, να μη είμαστε αγνώμονες
σε ένα Θεό που τόσο μας αγάπησε και τόσο ταπεινώθηκε για μας, αλλά να Του
ανταποδίδουμε και εμείς την αγάπη μας, την υπακοή μας, την ελευθερία μας.
Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης (†)
ΟΜΙΛΙΑ Γ''
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΔΟΣΙΘΕΟΥ
Μιά ομιλία για τα Χριστούγεννα του μακαριστού γέροντος Δοσιθέου, επίκαιρη όσο
ποτέ άλλοτε, αν και εκφωνήθηκε πριν 39 χρόνια.
Ἀκίνδυνος καὶ Ἐπικίνδυνος Χριστός
Ἑσπερινὴ ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Δοσιθέου,
ἐκφωνηθεῖσα ἐν Καρπενησίῳ, ἐν ἔτει 1984ῳ.
Ὅσο πλησιάζουν οἱ ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τόσο ὁ λεγόμενος
δυτικὸς κόσμος (καὶ ἐμεῖς τρέχοντας ἀπὸ πίσω λαχανιασμένοι νὰ προλάβουμε τὸ
τελευταῖο βαγόνι γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε καθυστερημένοι καὶ ὀπισθοδρομικοὶ ἀνατολῖτες),
τόσο, λοιπόν, ὁ λεγόμενος δυτικὸς κόσμος θὰ προετοιμάζεται νὰ ἑορτάσει
Χριστούγεννα ἄνευ Χριστοῦ. Μουσικές, δῶρα, διακοπές, δεξιώσεις, συναυλίες, ἐπισκέψεις,
χιόνια, ἐξορμήσεις, τραπέζια, λιχουδιές, συγκινήσεις, παιχνίδια, παρέα,
ξεκούρασις. Θὰ ἑορτάσουμε καὶ πάλι τὰ Χριστούγεννα. Παντοῦ διακοσμήσεις, δένδρα
Χριστουγεννιάτικα, χαρὲς καὶ πανηγύρια. Παντοῦ φάτνες μὲ ἄχυρο, ζωάκια, ποιμένες,
ἀγγέλους, γιρλάντες, φῶτα. Μιὰ νέα γυναῖκα καὶ ἕνας ἄνδρας σὲ λατρευτικὴ στάσι,
προφανῶς ἡ Παναγία καὶ ὁ Ἰωσήφ, καὶ στὸ μέσον ἕνα κουκλάκι ξανθό, στρουμπουλό,
χαμογελαστό, μὲ ἀνοιχτὰ χεράκια καὶ γαλανὰ ματάκια, τὸ Θεῖον Βρέφος (ἂν καὶ ὁ
Χριστὸς ὡς σημίτης κατὰ τὴν ἀνθρώπινη φύσι Του κάθε ἄλλο παρὰ ξανθὸς καὶ
γαλανομάτης ἦταν). Ὅλα ὡραῖα, ὅλα χαρούμενα, ὅλα καλά, βολεμένα μέσα στὴν ἐμπορικὴ
κίνησι τῶν μεγάλων δρόμων, μέσα στὸν φαῦλο κύκλο τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας.
Καὶ ὅταν οἱ γιορτὲς περάσουν, ὅταν τὰ φῶτα σβήσουν καὶ ὅταν οἱ
φάτνες διαλυθοῦν, τότε τὸ στρουμπουλὸ κουκλάκι θὰ μπῇ σὲ κάποιο κουτὶ ὅπως-ὅπως
γιὰ νὰ ξαναχρησιμοποιηθῇ τὸν ἑπόμενο χρόνο σὰν κράχτης τοῦ ἐμπορικοῦ καταστήματος
ἢ σὰν ὄμορφο, γραφικὸ καὶ ἀπαραίτητο «ἀξεσουὰρ» τῶν ἑορταστικῶν ἡμερῶν στὸ
σαλόνι μας, ἢ στὴν πλατεῖα τῆς γειτονιᾶς μας.
Καὶ τί μένει; Τίποτε ἢ σχεδὸν τίποτε. Μένει, ἴσως, μιὰ ὡραιοποιημένη
μνήμη παιδικῶν χρόνων, ἀνακατεμένη μὲ πολὺ παραμύθι. Μένει ὁ ἀκίνδυνος Χριστός,
τόσο ἀκίνδυνος ὅσο τὸ κουκλάκι τῆς Χριστουγεννιάτικης βιτρίνας. Τόσο ἀκίνδυνος ὅσο
τὸ κουκλάκι στὴν φάτνη τῆς γωνίας τοῦ σαλονιοῦ. Μένει ἕνας Χριστὸς ὡς ὁ «γλυκὺς
Ἰησοῦς» τῶν γλυκαναλάτων τοιχογραφιῶν τῆς Ἀναγεννήσεως, ἕνας Χριστὸς ποὺ κάποτε
κήρυξε στὶς ἀκρογιαλιὲς τῆς Γαλιλαίας τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους[1]», τὸ ὕψιστο
σύνθημα τῆς κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς. Μένει ὁ λογοκεκριμένος Χριστός, ὁ κομμένος
στὰ μέτρα τῆς ἀτομοκεντρικῆς εὐημερίας, ὁ Χριστὸς ποὺ δὲν στοιχίζει καὶ δὲν
κοστίζει τίποτα, ὁ Χριστὸς ποὺ τοῦ ἔχει ἀφαιρεθῆ κάθε στοιχεῖο ποὺ μπορεῖ νὰ ἀφυπνίσῃ
τὸ «σύστημα». Μένει ὁ ἀκίνδυνος Χριστὸς ποὺ μποροῦμε κάθε χρόνο τέτοια ἐποχὴ νὰ
Τὸν βγάζουμε ἀπ’ τὸ κουτὶ τὴς ντουλάπας, νὰ Τὸν ἐκθέτουμε κάτω ἀπ’ τὸ
χριστουγεννιάτικο δένδρο, καὶ ὕστερα πάλι νὰ Τὸν ἀποθηκεύουμε στὸ σκοτεινὸ ἑρμάριο
τοῦ σπιτιοῦ μας. Αὐτὸς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι τὸ «σημεῖον τὸ ἀντιλεγόμενον», τὸ
«κείμενον εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν[2]», δὲν εἶναι ὁ λίθος στὸν ὁποῖον
ὅποιος σκοντάψη «συνθλασθήσεται» (θὰ τσακισθῇ), «ἐφ’ ὃν δ’ ἂν πέσῃ λικμήσει αὐτόν[3]»
(θὰ τὸν κάμῃ σκόνη). Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς τῶν
Ἁγίων Ἀποστόλων, δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς τῆς Ἐκκλησίας Του. Εἶναι ἕνας, ἀλλὰ δὲν εἶναι
ὁ Χριστός.
Δὲν ἐξαντλεῖται ὁ Χριστὸς στὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», οὔτε σὲ κανόνες
φθηνῆς ἠθικολογίας ἢ κοινωνικῆς προσφορᾶς. Ὅταν δὲν θίγεται τὸ ὑπαρκτικὸ πρόβλημα
τῆς σωτηρίας, ἡ περιπέτεια ἢ ἡ τραγωδία τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κυρίως
τῆς ἐλευθερίας ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἕνα ἀκίνδυνο
Χριστό, ὅπως τὸ κουκλάκι· ὄχι ὅμως μὲ τὸν «Χριστό». Πέρα ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἀκίνδυνο
Χριστό, τῆς καταναλωτικῆς κοινωνίας, ὑπάρχει ὁ ἐπικίνδυνος Χριστός. Αὐτὸς ποὺ ἐδίδαξεν
ὡρισμένα ἐπικίνδυνα πράγματα, ποὺ σκοπίμως κρατᾶμε στὴν σκιά, διότι εἶναι διδαχὲς
ποὺ μποροῦν νὰ τινάξουν στὸν ἀέρα τὶς κοινωνικές μας δομὲς καὶ ποῦ μπορεῖ ν’ ἀποβοῦν
ὀλέθριες γιὰ τὰ ἄνομα συμφέροντά μας.
Ποιός ἀπὸ μᾶς θέλει νὰ θυμᾶται, φέρ’ εἰπεῖν, τοὺς παρακάτω
λόγους τοῦ Κυρίου: «δοκεῖται ὅτι εἰρήνην παραγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῆ; οὐχί, λέγω
ὑμῖν, ἀλλ’ ἢ διαμερισμόν[4]», «οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν[5]»,
καὶ «πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη;[6]». Ποιός
τολμᾷ νὰ μιλήσῃ γι’ αὐτὴν τὴν συνεχῆ καὶ ἀένναο ἐπανάστασι ἐναντίον τῶν παθῶν
μας καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας; Ποιός θυμᾶται τὴν τέλεια ἀντιστροφὴ τῶν
κοινωνικῶν μας ἀξιῶν, τοὺς πρώτους ποὺ γίνονται τελευταῖοι καὶ τοὺς τελευταίους
ποὺ γίνονται πρῶτοι: «ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι;[7]».
Ποιός πουριτανὸς ἠθικολόγος δέχεται νὰ μιλήσῃ στὴν «ἀγγελικὰ» πλασμένη κοινωνία
μας γιὰ τὶς πόρνες καὶ τοὺς τελῶνες ποὺ «προάγουν» ἡμᾶς εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν[8];
Ποιός ἀπὸ μᾶς ἀποδέχεται τὴν καταδίκη «τῶν πεποιθότων ἐφ’ ἑαυτοῖς[9]» ὅτι
εἰσὶ δίκαιοι;
Μέσα στὸν πολιτισμὸ τῆς ἀποταμιεύσεως (ἄλλωστε γράφουν
καὶ ἐκθέσεις οἱ μαθηταὶ περὶ τῆς ἀποταμιεύσεως, ἢ τοὐλάχιστον ἔγραφαν κάποτε)
ποιός θὰ μπορέσῃ νὰ σαμποτάρῃ τὸ «σύστημα» θυμίζοντας τὴν ἄσκησι ποὺ κηρύττει ὁ
Κύριός μας, ὁ ἐπικίνδυνος Χριστός, σὰν ῥιζοσπαστικὴ ὁδὸ ἐλευθερίας καὶ ἀπαλλαγῆς
ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς μέριμνας καὶ τοῦ θησαυρισμοῦ τῶν ἀγαθῶν[10]; Πόσες φορὲς
ἀκούσαμε τὸ «ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ[11]» καὶ «δυσκόλως οἱ τὰ
χρήματα ἔχοντες εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελεύσονται· εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον
διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν[12]»;
Ποιός τόλμησε νὰ μᾶς διδάξῃ τὸν ἀντίλαλο τῆς διδαχῆς τοῦ Κυρίου, τὸν ἀδελφόθεο Ἰάκωβο;
«Ἄγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὁλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις.
Ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν· ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ
ἄργυρος κατίωται, […] ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος
ἀφ’ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν.
Ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ
σφαγῆς. Κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τόν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν[13]».
Ὑπάρχει ἄραγε ἐπαναστατικότερο μανιφέστο ἀπὸ τοῦτα τὰ λόγια;
Ποτὲ δὲν ἄκουσα στὴν ζωή μου νὰ μοῦ ποῦν ὅτι ὁ Χριστός μας ἐκήρυξε
τὴν ἰσότητα. Καὶ ἔπρεπε νὰ ψάξω καὶ νὰ βρῶ καὶ νὰ μείνω ἐμβρόντητος ὅταν ἀνεκάλυψα
μέσα στὸν ἅγιο Ἀπόστολο Παῦλο (τὸ τοῦ Χριστοῦ στόμα) καὶ τὸ πράγμα καὶ τὸ ὄνομα:
«οὐ γὰρ ἵνα ἄλλοις ἄνεσις, ὑμῖν δὲ θλῖψις, ἀλλ’ ἐξ ἰσότητος ἐν τῷ νῦν
καιρῷ τὸ ὑμῶν περίσσευμα εἰς τὸ ἐκείνων ὑστέρημα, ἵνα καὶ τὸ ἐκείνων περίσσευμα
γένηται εἰς τὸ ὑμῶν ὑστέρημα, ὅπως γένηται ἰσότης[14]». Καὶ ἀλλoῦ: «οἱ κύριοι
τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἰσότητα τοῖς δούλοις παρέχεσθε[15]». Ποιός ἔχει τὴν
παῤῥησία νὰ πῇ ὅτι ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔχει πολλὴ σχέσι μὲ τὴν elite καὶ τὴν
inteligencia, ἀλλὰ μὲ τὰ νομιζόμενα κατακάθια, μὲ τὸ luben proletariat, μὲ τὰ
μωρά, μὲ τὰ ἀγενῆ καὶ μὲ τὰ ἐξουθενημένα καὶ τὰ μὴ ὄντα[16], ὅπως ὁ Παῦλος
χωρὶς ἐντροπή, ἀλλὰ τοὐναντίον μὲ καύχησι ὁμολογεῖ, συνεπὴς ἑρμηνευτὴς τῶν λόγων
τοῦ Κυρίου γιὰ τοὺς ἐλαχίστους ἀδελφούς; Ποιός δοκιμάζει σήμερα εἴτε νὰ κηρύξῃ
εἴτε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ «εἶ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ
δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι[17]»;
Πολὺ ἐπικίνδυνα πράγματα…
Δίπλα, λοιπόν, στὸν ἀκίνδυνο Χριστὸ τῆς ἐλεγχομένης εὐζωΐας
καὶ τοῦ πνευματικοῦ εὐνουχισμοῦ, θεληματικὰ λησμονημένος, ὑπάρχει ὁ ἐπικίνδυνος
Χριστὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς σωτηρίας. Ἐδῶ, ὅμως, χρειάζεται μιὰ διευκρίνισις.
Ἐκκλησία δὲν σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔχουν οἱ πλεῖστοι στὸ μυαλό τους, δηλαδὴ τὴν ἐκκλησιαστικὴ
διοίκησι ποὺ εἴτε ἔχει ὑποταχθῇ στὸ «σύστημα», εἴτε ὑπηρετεῖ τὴν καταναλωτικὴ ἀντίληψι
τῶν «θρησκευτικῶν ἀναγκῶν» τοῦ λαοῦ. Ἐκκλησία σημαίνει τὸ Θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ
Κυρίου, ποὺ εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας· σημαίνει τὴν συγκεφαλαίωσι
κόσμου καὶ ἱστορίας ἐν Χριστῷ.
Θὰ ἑορτάσουμε, λοιπόν, Χριστούγεννα. Θὰ ἑορτάσουμε, ὅμως, μᾶλλον
τὴν γέννησι τοῦ ἀκινδύνου Χριστοῦ, ποὺ στὴν καλλίτερη περίπτωσι δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ
ἀφελῆ τραγούδια ὅπως τὸ «Ἅγια Νύχτα» καὶ «Χιόνια στὸ καμπαναριό».
Ἡ Ἐκκλησία θὰ ἑορτάσει τὴν γέννησι τοῦ ἐπικινδύνου Χριστοῦ, τῆς
ἰδικῆς της ἀσυμβίβαστης Ἀληθείας, τὴν γέννησιν Αὐτοῦ ποὺ χώρισε τὴν ἱστορία στὰ
δύο. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ εἶναι μυστικὴ καὶ τὸ μυστήριον ξένον, μέγα καὶ παράδοξον!
«Χριστὸς τὸ τεχθέν· ἡ δὲ μήτηρ Παρθένος. Τί μεῖζον ἄλλο καινὸν εἶδεν ἡ κτίσις[18]»;
Ὁ Χριστὸς γεννηθεὶς «ἐξοιστρουμένου κόσμου καθεῖλε πανσθενῶς ἁμαρτίαν[19]».
Ὁ ἱερὸς ὑμνῳδὸς μὲ πέντε γραμμὲς δίδει τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς: «Ὁ Πατὴρ εὐδόκησεν,
ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, καὶ ἡ Παρθένος ἔτεκε Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα· Ἀστὴρ μηνύει, Μάγοι
προσκυνοῦσι, Ποιμένες θαυμάζουσι, καὶ ἡ κτίσις ἀγάλλεται[20]». Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ
δὲν εἶναι ἑορτὴ καλοπεράσεως, ματαίων στολισμῶν καὶ λαμπιονιῶν· εἶναι ἑορτὴ
πτωχείας: «Φάτνην ὁρῶ καὶ βρέφος καὶ σπάργανα· λοχὸν Παρθένου τῶν χρειῶν ἔρημον·
ὅλα πτωχείας ἐχόμενα, ὅλα πενίας γέμοντα… οὔτε κλίνην, οὔτε στρωμνὴν εἶχεν, ἀλλ’
ἐπὶ ξηρᾶς ἔῤῥιπτο φάτνης[21]». Ἐσχάτη πτωχεία. Συμπληρώνει ὁ ἱερὸς ὑμνῳδός:
«τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων[22]»;
Ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἱερὸν Αὐγουστῖνον: «Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς εἰς
τοὺς αἰῶνας παρατεινόμενος». Ἄρα ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀκίνδυνος καὶ ἐπικίνδυνος
Χριστός, ὑπάρχει ἀκίνδυνος καὶ ἐπικίνδυνος Ἐκκλησία.
Καὶ ποιά εἶναι ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία»; Εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀρκεῖται
στὸ νὰ εἶναι ἕνα κοινωνικὰ ἀνίσχυρο καὶ πολιτικὰ οὐδέτερο θρησκευτικὸ συμπλήρωμα
τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κι ἂν δὲν ὑπῆρχε δὲν χάλασε κι ὁ κόσμος. Ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία»
εἶναι ἐκείνη ποὺ μοναδική της ἔγνοια εἶναι νὰ θεωρῆται ἀπ’ τὸ σύνταγμα τοῦ
κράτους «προστατευομένη θρησκεία». Εἶναι ἐκείνη ποὺ ποτὲ δὲν τῆς πέρασε ἀπ’ τὸν
νοῦ ὅτι δὲν εἶναι κἂν θρησκεία, ἀλλ’ εἶναι ἀποκάλυψις τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Εἶναι ἐκείνη
ποὺ μένει ἀπόλυτα ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὸν διακοσμητικὸ ῥόλο ποὺ τῆς ἐπιβάλλει ἡ
κρατική της θεσμοποίησις. Ἐναβρύνεται γιὰ τὸ ὅτι μετέχει σὲ δοξολογίες καὶ
παρελάσεις καὶ φανφάρες, ἐνῷ παραμένει τραγικὰ ἀνυποψίαστη γιὰ τὸ τί οὐσιαστικῶς
ἀντιπροσωπεύει καὶ γιὰ τὸ ποιά ῥιζοσπαστικὴ ἀλήθεια ἐνσαρκώνει. Ἀρκεῖται στὴν
συμβατικὴ ἀποστολὴ ἑνὸς κρατικοῦ φορέως γιὰ τὴν ἐξυπηρέτησι καὶ ἐκτόνωσι τοῦ
θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τοῦ λαοῦ, καὶ σὰν ἀντάλλαγμα γι’ αὐτὴν τὴν τόσο βολικὴ
γιὰ ὅλους ἀφασία της, εἰσπράττει τὴν οἰκονομικὴ ὑποστήριξι καὶ τὶς ἐθιμοτυπικὲς
τιμὲς ποὺ τῆς παρέχει τὸ κράτος. Ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» εἶναι αὐτὴ ποὺ οἱ πιστοί
της θεωροῦνται εὐήθεις, σκοταδισταί, μοιρολάτραι, πολῖται τρίτης καὶ τετάρτης
κατηγορίας, κάτι ἀπολιθώματα ποὺ ὁ σύγχρονος κόσμος, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ
τεχνολογία τοὺς ἔχει πρὸ πολλοῦ ξεπεράσει.
Αὐτὴ ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» ἔχει τὰ σπέρματα τῆς δημιουργίας
της στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἐφεξῆς, τότε ποὺ ὁ πρεσβύτερος ἔγινε
ἱερεύς, καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἀρχιερεύς· τότε ποὺ τὰ προνόμια τῆς κρατικῆς εἰδωλολατρίας
ἐξεχωρήθησαν στὴν νέα ἐπίσημη «κρατικὴ θρησκεία»: τὸν Χριστιανισμό. Πολλοὶ ὁμιλοῦν
γιὰ «βαβυλώνειο αἰχμαλωσία» τῆς Ἐκκλησίας, ἤδη ἀπ’ τὰ χρόνια αὐτά. Ἡ πτωχεία τοῦ
Ἰησοῦ ξεχάσθηκε σιγά-σιγά, ἀπὸ πολλοὺς «ἐκπροσώπους» Του, καὶ ὁ ζῶν λόγος πνίγηκε
μέσα στὴν ἄφθονη κρατικὴ ἐπιχορηγία ὅλο καὶ περισσοτέρων προνομίων, πράγμα ποὺ ἔκαμε
τοὺς μεγάλους Πατέρας νὰ διαμαρτύρωνται ἐντόνως, ἀλλὰ νὰ μὴ εἰσακούωνται· καὶ
τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ ἤθελαν τὴν πραγματικὰ χαρισματικὴ ζωὴ νὰ ἐξέρχωνται στὶς ἐρήμους.
Τὸ ἴδιο συνέβη αἰῶνες ἀργότερα καὶ στὴν ἐκκλησία τῆς Ῥωσσίας, ποὺ ἀπ’ τὰ χρόνια
τοῦ Μεγάλου Πέτρου προσεδέθη, ὅπως προσφυῶς ἐλέχθη, ἀπὸ τὴν καλτσοδέτα τῆς Τσαρίνας.
Τοῦτ’ αὐτὸ ὅμως, δὲν συνέβη καὶ μὲ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία;
Μήπως δὲν σύρεται ὄπισθεν τῶν κρατούντων, ἀδύναμη καὶ ἀκίνδυνη, ὅπως τὸ πτῶμα
τοῦ Ἕκτορος ἐσύρετο πίσω ἀπ’ τὸ ἅρμα τοῦ Ἀχιλλέως; Βλέπουμε ὅτι ἡ πολιτεία βρίσκεται
σὲ τελεῖα ἄρνησι νὰ δῇ στὴν Ἐκκλησία κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕνα ταυτοποιημένο
θεσμὸ τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ποὺ συμβάλλει κάπως στὴν ἠθικοποίησι τῶν ἀνθρώπων (ὁ
χωροφύλακας τῆς ἠθικῆς), ἢ τῆς δίνει τὸν συμπληρωματικὸ ῥόλο τοῦ ὑπουργείου
κοινωνικῆς προνοίας (μόνο γιὰ νὰ μοιράζῃ μερίδες φαγητοῦ). Ἄν, βεβαίως, δὲν τὴν
βλέπει ὡς ἕνα ἀνώφελο παράσιτο τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς ὀπισθοδρομήσεως. Τῆς ἀναγνωρίζει,
πρὸς τὸ παρόν, μιὰ θεσούλα κάπου στὴν ἄκρη, διότι τὴν θεωρεῖ ἀκόμη ὡς ἕνα
παρωχημένο φορέα κάποιων ῥητορικῶν «ἰδεωδῶν» τοῦ ἐθνικοῦ βίου (ἴσως τὴν χρειάζεται
ἅμα γίνῃ πόλεμος… γιὰ νὰ εὐλογήσῃ τὰ ὅπλα).
Αὐτὴ ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» δὲν ἔχει πέσει σὲ μιὰ δυσκόλως
καλυπτομένη ἀνυποληψία ἐκ μέρους τῆς πολιτείας; Αὐτὴ ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» δὲν ἐμφανίζει
μιὰ εἰκόνα μικροτήτων, πνευματικῆς ὑπαναπτύξεως καὶ κοινωνικῆς ἀναξιοπρεπείας;
Κουφοκαίει δὲ στὸν λαὸ ἕνας φοβερὸς ἀντικληρικαλισμὸς ποὺ μόνο στὰ χρόνια τῆς
Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως βρίσκουμε ὅμοιό του. Ἐπὶ χρόνια τώρα, δυνάμεις σκοτεινὲς
καὶ ὀλέθριες γιὰ τὸ Γένος ἀπεργάζονται μὲ μέθοδο, μὲ σατανικὴ ἐντελέχεια τὴν
στείρωσι τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῆς ποιμαινούσης καὶ τῆς ποιμαινομένης, ὥστε νὰ
παραμένῃ ἄβουλο ὄργανο καὶ πιόνι γιὰ καταχθονίους σκοπούς. Θέλουν μίαν Ἐκκλησία
σὲ κῶμα. Θέλουν ἐκκλησιαστικοὺς λειτουργοὺς κατωτάτης στάθμης, ὥστε αὐτὴ μὲν
διαρκῶς νὰ ὑποβαθμίζεται, αὐτοὶ δὲ νὰ φωνάζουν γιὰ τὰ ἀλλεπάλληλα σκάνδαλα ποὺ
γίνονται στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Θέλουν χριστιανοὺς γραφικοὺς καὶ φαιδρούς, ὥστε
αὐτὴ μὲν διαρκῶς νὰ καταφρονεῖται, αὐτοὶ δὲ νὰ παίζουν τὸν ῥόλο τοῦ σωτῆρος.
Φοβοῦνται πολὺ τὴν ζωντανὴ Ἐκκλησία, τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ
ποὺ κρατεῖ μάχαιρα δίστομη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία. Εἶναι ἡ communio
sanctorum, ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων. Δὲν εἶναι ἀφηρημένη ἰδεολογία, οὔτε θρησκευτικὸ
συμπλήρωμα γιὰ γρηὲς καὶ γέρους, οὔτε ἁπλῶς ἀτομικὴ ἠθική. Εἶναι κοινωνία ποὺ μᾶς
δείχνει τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἡ ἑνότης τῶν ἀνθρώπων, ὄχι σὰν ἁπλὴ
συμβατικὴ συμβίωσι σὲ στεγανὰ διαμερίσματα, ἀλλὰ σὰν μία ἑνότητα καρδιῶν, ψυχῆς
καὶ πνεύματος. Εἶναι ἡ κοινωνία, ὅπου μέσα της ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ εἶναι νούμερο,
παύει νὰ εἶναι ἄτομο ἢ ὄχλος καὶ γίνεται πρόσωπο. Εἶναι ὁ χῶρος ὅπου ὁ ἄνθρωπος
ἀντανακλᾷ ἐντός του τὴν Παναγία Τριάδα, εἶναι ὁ τόπος ὅπου ἡ εἰκὼν γίνεται ὁμοίωσις.
Ἡ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία εἶναι θυσία, εἶναι σταυρός· καὶ ὅπως ὁ Τίμιος Σταυρός, ἔχει
δύο κεραῖες, κάθετη καὶ ὁριζόντια, ἔτσι ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀρκεῖται στὴν κάθετη σχέσι
πιστῶν καὶ Θεοῦ, ἀλλὰ ζῇ ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ὁριζόντια σχέσι πιστοῦ μὲ πιστό, ἀνθρώπου
μὲ ἄνθρωπο. Μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἡ λύσις τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων
συνδέεται ἄμεσα μὲ μία ἐσωτερικὴ μεταλλαγὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σπάζει τὸ φράγμα
τοῦ κλειστοῦ ἀτομικισμοῦ, καὶ βγαίνει στὴν σφαῖρα τοῦ κοινωνικοῦ, τὴν σφαῖρα τοῦ
πλησίον καὶ τῆς ἀγάπης. Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ζῶσα Ἐκκλησία ὑπάρχει ἡ ἀπάντησις γιὰ
τὴν λύσι τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων. Ἐδῶ ἡ θυσία τοῦ «ἐγὼ» καὶ ἡ βίωσις τῆς
ἀγάπης στὴν κοινωνία τοῦ «ἐσύ», δημιουργεῖ τὸ «ἐμεῖς» ποὺ εἶναι ὁ θεμέλιος λίθος
τῆς λύσεως παντὸς κοινωνικοῦ προβλήματος.
Ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» προσπερνάει αὐτὰ τὰ προβλήματα (ὅπως ὁ ἱερεὺς
καὶ ὁ λευίτης «ἀντιπαρῆλθεν» αὐτὸν ποὺ ἔπεσε στοὺς λῃστὰς) καὶ ἀρκεῖται σὲ εὐχολόγια,
ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἄδικο ὁ μαρξιστὴς Φρίντριχ Ἔνγκελς[23] ὅταν ἰσχυρίζετο
ὅτι «ἡ ἐκκλησία ἀντὶ νὰ λύσῃ τὰ προβλήματα τῆς κοινωνίας, τὰ μεταθέτει στὸν οὐρανό».
Ἡ ὑγιὴς ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία, στέκεται σὰν ἄλλος καλὸς Σαμαρείτης καὶ ἐπιχέει ἔλαιον
καὶ οἶνον στὶς πληγὲς τῆς ἀνθρωπότητος, σωματικὲς καὶ πνευματικές, καὶ ἔτσι γίνεται
ὁδοδείκτης πορείας πρὸς τὸν οὐρανό. Δὲν μεταθέτει τὰ προβλήματα στὸν οὐρανό, ἀλλὰ
ποιεῖ ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Κάνει τὴν γῆ οὐρανό.
Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνη· διότι ἀντιτάσσεται τοῖς λῃσταῖς.
Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἐπικίνδυνη διότι δὲν ἀνέχεται τὴν
κοινωνικὴ ἀδικία καὶ δὲν συμμαχεῖ, πτωχὴ αὐτή, μὲ τοὺς δυνάστες τῆς γῆς. Ὅλη ἡ ἁγιοπατερικὴ
διδασκαλία, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς προσκλητήριο γιὰ ἑκούσια πτωχεία, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἕνα
μαστίγωμα κατὰ τοῦ πλούτου. «Ἀεὶ κολλᾶσαι τοῖς πλουσίοις» κατηγοροῦσαν τὸν Ἱερὸ
Χρυσόστομο. «Κολλῶμαι αὐτοῖς», ἀπαντοῦσε ὁ ἀκτήμων πατήρ, «ὅτι κολλῶνται πτωχοῖς».
Ἀλλὰ ποιός ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς ἀσπάζεται τὴν ἑκούσια πτωχεία; Πολλὰ
γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς τὴν ὁμιλίαν του πρὸς τοὺς πλουτοῦντας. Παραθέτω ὀλίγα
ψήγματα: «ὁ ἀγαπῶν τὸν πλησίον ὡς ἑαυτόν, οὐδὲν περισσότερον κέκτηται τοῦ πλησίον»,
«ὄσον γὰρ πλεονάζεις τῷ πλούτῳ, τοσοῦτον ἐλλείπεις τῇ ἀγάπῃ», «οἶδα πολλοὺς
νηστεύοντας, προσευχομένους, στενάζοντας, πᾶσαν τὴν ἀδάπανον εὐλάβειαν ἐνδεικνυμένους,
ὀβολὸν δὲ ἕνα μὴ προϊεμένους τοῖς θλιβομένοις· τί ὄφελος τούτοις τῆς λοιπῆς ἀρετῆς;»,
«τί ἀποκριθήσῃ τῷ Κριτῇ; ὁ τοὺς τοίχους ἀμφιεννύς, ἄνθρωπον οὐκ ἐνδύεις; ὁ τοὺς
ἵππους κοσμῶν, τὸν γυμνὸν ἀδελφὸν περιορᾷς; ὁ κατασήπων τὸν σίτον, τοὺς πεινῶντας
οὐ τρέφεις; ὁ τὸν χρυσὸν κατορύσσων, τοῦ ἀγχομένου καταφρονεῖς;», «πόσους
δύναται εἷς σου δακτύλιος χρεῶν ἀπολύσαι; πόσους οἴκους καταπίπτοντας ἀνορθῶσαι;
μία σου κιβωτὸς τῶν ἱματίων δύναται δῆμον ὅλον ῥιγῶντα περιβαλεῖν», «ἐὰν δὲ καὶ
γυνὴ φιλόπλουτος συνοικεῖ, διπλάσιον ἡ νόσος», «οὐκ ἠλέησας, οὐκ ἐλεηθήσῃ»…
Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν ζῶσα ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία ἀκούεται πάντα ὁ
προφητικὸς λόγος «οὐκ ἔξεστί σοι». Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται. Ἠκούσθη στὰ ἀνάκτορα τοῦ
Ἡρῴδου, ἠκούσθη ἀπὸ τὸν Βαβύλα πρὸς τὸν Φίλιππο τὸν Ἄραβα, ἠκούσθη ἀπὸ τὸν Ἀμβρόσιο
στὰ Μεδιόλανα ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου, ἀπὸ τὸν Χρυσόστομο (γιὰ ἕνα μικρὸ
ἀγρὸ μιᾶς χήρας) κατὰ τῆς αὐτοκρατείρας Εὐδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἰγνάτιον πρὸς τὸν Βάρδα,
ἀπὸ τὸν Στουδίτη Θεόδωρο πρὸς Λέοντα τὸν Ἀρμένιο, ἀπὸ τὸν Ἀρσένιο πρὸς Μιχαὴλ τὸν
Παλαιολόγο. Ὅλα αὐτά, ὅμως, εἶχαν καὶ ἀποτελέσματα, συνέπειες. Ἐξορίες,
βασανισμούς, καθαιρέσεις, τυφλώσεις, θάνατο. Ἐμεῖς ἔχουμε μάθει, ἔχουμε
συνηθίσει ἡ ἀκίνδυνη «Ἐκκλησία» νὰ φωνάζῃ ἀκινδύνως, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐλέγξῃ, νὰ
μὴ δύναται νὰ βροντοφωνάξῃ «οὐκ ἔξεστί σοι», νὰ μὴ γίνεται ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων,
ὁ κυματοθραύστης τῆς παρανομίας· νὰ μὴ γίνεται ὁ ἔλεγχος τῆς νομοθετουμένης ἁμαρτίας
καὶ ἡ κατακεραύνωσις τῆς φαυλότητος. Ἄλλωστε, μήπως εἶναι φυσικὸ νὰ σέρνεται σὰν
κισσὸς στὸν κορμὸ τῆς πολιτείας, νὰ συμβιβάζεται μὲ τὰ ἑκάστοτε καθεστῶτα; Ἡ
νεοελληνικὴ ἱστορία ἔχει ἢ δὲν ἔχει καταγράψει φθηνὲς ὑποχωρήσεις καὶ ἀτυχεῖς
συμπαρατάξεις μὲ τὸ ὁποιοδήποτε κατεστημένο;
Ἀρκούμεθα πάντοτε στοὺς συνεχῶς διατυμπανιζομένους «διακριτοὺς
ῥόλους». Ἢ μήπως ἀρκούμεθα στὸ βόλεμά μας; Ἡ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία δὲν ζῇ στὸ
διάστημα. Μεταμορφώνει τὴν κοινωνία ἐν Χριστῷ. Γιατί δὲν ἠρκέσθη στοὺς
«διακριτοὺς ῥόλους» ὁ μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν ἅγιος Ἰωάννης ὁ Προφήτης καὶ
Πρόδρομος; Ἀποστολή του ἦταν νὰ προοδοποιήσῃ καὶ βαπτίσῃ τὸν Κύριο. Γιατί ἤλεγξε
τὸν Ἡρῴδη; Γιατί δὲν ἠρκέσθη στοὺς «διακριτοὺς ῥόλους» ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος, ἀλλὰ ἔχασε τὸν θρόνο του καὶ τελικῶς τὴν ἐπὶ γῆς ζωή του, ἕνεκα τοῦ
ὅτι ἐκραύγαζε στὴν αὐτοκράτειρα: «οὐκ ἔξεστί σοι»;
Ἡ πραγματικὴ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία εἶναι ἀνοιχτὴ στὴν σκέψι, στὴν
ἀμφιβολία, ἀκόμη καὶ στὴν ἄρνησι. Ποτὲ δὲν μπορεῖ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς Της νὰ εἶναι
σκοταδιστική, ἐφ’ ὅσον κεφαλή Της εἶναι «τὸ φῶς τοῦ κόσμου[24]». Ξέρει νὰ
διαλέγεται, νὰ πείθῃ, νὰ σώζῃ. Ξέρει νὰ διώκεται. Γνωρίζει ὅτι καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ
τραγικὴ πρόκλησις τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, μπορεῖ νὰ μεταμορφώνεται σὲ γιορτὴ
καὶ χαρά. Ξέρει νὰ ἐξάγῃ «ἄξιον ἐξ ἀναξίου[25]». Δὲν δέχεται τὴν ἀποτελμάτωσι,
τὴν ἀπραξία, τὴν ἀδράνεια. Δὲν δέχεται τὸν χριστιανὸ τῆς ἡμίωρης Κυριακάτικης
παρουσίας στὸν Ναό, ποὺ μόνον Φαρισαίους δημιουργεῖ, οὔτε τὴν τυπικὴ ἄκαρδη ἐλεημοσύνη
ποὺ θὰ πετάξῃ εἴτε στὸ κουτὶ τοῦ φιλοπτώχου ταμείου εἴτε ἐνοχλημένος στὸν
περιαγόμενο δίσκο ποὺ θὰ περάσῃ μπροστά του. Ἡ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία δημιουργεῖ
χριστιανοὺς ζέοντας τῷ πνεύματι, θυσιαζομένους, ἐν τῷ κόσμῳ ἀλλ’ οὐκ ἐκ τοῦ
κόσμου· χριστιανοὺς «μὴ τὸ ἑαυτῶν ζητοῦντας ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου[26]»·
χριστιανοὺς «μηδὲν ἔχοντας καὶ τὰ πάντα κατέχοντας[27]»· χριστιανοὺς
«μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντας, προνοουμένους δὲ καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων[28]».
Ἡ ἐπικίνδυνη Ἐκκλησία δὲν ἀνέχεται νὰ χρησιμοποιῆται. Ἕνα ἐλάφι
δῶρο στὸν Καίσαρα εἶχε πάνω του μιὰ ἐπιγραφή: «Noli me tangere, Caesaris sum».
«Νὰ μὴ μὲ ἀγγίξῃ κανείς· ἀνήκω στὸν Καίσαρα». Νὰ μὴ μὲ ἀγγίξῃ κανείς! Ἀνήκω στὸν
Χριστό! Στὰ χρόνια τῶν Τσάρων γιὰ νὰ διορισθῇ κανεὶς δημόσιος ὑπάλληλος ἔπρεπε
νὰ εἶναι ἐφοδιασμένος μὲ πιστοποιητικὸ τοῦ παπᾶ τῆς ἐνορίας του ὅτι κοινωνεῖ καὶ
ἐξομολογεῖται. Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Franco στὴν Ἱσπανία ὁρκίζονταν γονατιστοὶ μπροστὰ
στὸν Ἐσταυρωμένο. Ἂς μὴ ἀναφερθοῦμε στὰ καθ’ ἡμᾶς, ὅπου κάποιοι μᾶς ἐχρησιμοποίησαν
κατὰ τὸν πλέον ἐπαίσχυντο τρόπο. Αὐτὴ ἡ Ἁγία Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ λαοῦ
τοῦ Θεοῦ. Ἀγκαλιάζει ὅλα τὰ παιδιά Της, ἀνεξαρτήτως ποῦ ἀνήκουν πολιτικῶς. Εἶναι
ὁ πελεκᾶν ποὺ τρέφει μὲ τὸ αἷμά του τὰ παιδιά του. Δὲν ὑπάρχουν πρόβατα ψωραλέα
καὶ τράγοι ἀποδιοπομπαῖοι.
Καὶ θέλει τὰ παιδιά Της ἐλεύθερα ἀπὸ πάθη, ἐλεύθερα ἀπὸ
βαρίδια, ἐλεύθερα ἀπὸ τὸν συσχηματισμὸ τοῦ αἰῶνος τούτου[29]. Διότι εἶναι
ἡ Ἐκκλησία αὐτὴ ὁ χῶρος τῆς πνευματικῆς καὶ σωματικῆς ἐλευθερίας. «Ὑμεῖς ἐπ’ ἐλευθερίᾳ
ἐκλήθητε, ἀδελφοί[30]», καὶ «ἠγοράσθητε τιμῆς[31]». Ἀφήνει ἐλεύθερα
τὰ παιδιά Της ἀκόμη καὶ νὰ Τῆς στρέφουν τὸν νῶτο, διότι τὰ ἀγαπάει. Εἶναι Μήτηρ
Ἐκκλησία. Δὲν προστρέχει ποτὲ ἐκλιπαροῦσα στὴν συνδρομὴ τοῦ (ἀθέου) κράτους· δὲν
ἀνέχεται τὰ προνόμια ποὺ στὴν οὐσία Τὴν δεσμεύουν. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῆς εἰρήνης,
ὄχι ἐπειδὴ πιστεύει ἁπλῶς στὴν εἰρήνη, ἀλλὰ διότι κεφαλή Της εἶναι ἡ ὄντως εἰρήνη,
ὁ Χριστός. Καὶ μέσα σ’ Αὐτὴν ἐπαληθεύονται οἱ λόγοι τοῦ Ἡσαΐου: «συμβοσκηθήσεται
λύκος μετὰ ἀρνῶν, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ· καὶ μοσχάριον καὶ λέων καὶ
ταῦρος ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ ἅμα τὰ παιδία αὐτῶν ἔσονται· καὶ λέων ὡς βοῦς φάγεται
ἄχυρα. Καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην ἀσπίδων καὶ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ κοίτης
ἐκγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα ἐπιβαλεῖ καὶ οὐ μὴ κακοποιήσουσι[32]», καὶ ἀλλαχοῦ:
«καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα,
καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ’ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν[33]».
Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὀργάνωσις πολὺ ἐπικίνδυνη καθὼς καὶ ὁ ἀρχηγός
Της, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, γι’ αὐτὸ καταζητεῖται καὶ ἔχει ἐκδοθῇ ἔνταλμα
συλλήψεως ἀρχηγοῦ καὶ μελῶν.
Ἀλήθεια! Μέσα στὴν ἐθνικὴ μειονεξία ποὺ ζοῦμε, μέσα στὴν ὡραία
ἀκαταστασία μας καὶ στὴν ἔλλειψι πνευματικῆς ταυτότητος, μέσα στὸν δυτικὸ
τρυφηλὸ τρόπο ζωῆς ποὺ ἔχουμε ἐμπλακεῖ, δέν γνωρίζω τί θὰ μᾶς ἄρεσε περισσότερο.
Ὁ ἀκίνδυνος Χριστὸς ποὺ μᾶς νανουρίζει, ὁ ἀκίνδυνος Χριστὸς τῆς πλαστικῆς
ψεύτικης φάτνης τοῦ σαλονιοῦ, τῆς πλατεῖας καὶ τῆς βιτρίνας, ἡ ἀκίνδυνη Ἐκκλησία
ποὺ δὲν μᾶς δημιουργεῖ συνειδησιακὰ προβλήματα καὶ ἀπαιτεῖ ἕνα minimum προσφορᾶς
ἢ ὑποκρισίας, ἢ ὁ ἐπικίνδυνος Χριστὸς τῆς ἀγωνίας τῆς Γεθσημανῆ καὶ ἡ ἐπικίνδυνη
Ἐκκλησία τῆς θυσίας καὶ τῆς ὑπερβάσεως;
Φοβοῦμαι ὅτι ἡ πρώτη κατάστασις μᾶς ταιριάζει περισσότερον. Κάποτε
σὲ μιὰ πόλι τῆς Ἰταλίας ἔφεραν ἀπὸ μακρυὰ τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Πατρικίου. Ἄρχισαν
νὰ γίνωνται θαύματα. Τυφλοὶ ἀνέβλεψαν καὶ χωλοὶ περπατοῦσαν. Δύο σακάτηδες ζητιάνοι,
οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν μόνον ἀπὸ τὴν ζητιανιά τους, τὸ ἔμαθαν καὶ λέει ὁ ἕνας στὸν ἄλλο:
‒Πᾶμε νὰ φύγωμε ἀπ’ ἐδῶ, διότι ὑπάρχει φόβος ὁ ἅγιος νὰ μᾶς θεραπεύσῃ καὶ τότε…
χαθήκαμε!
Ἴσως καὶ ἐμεῖς νὰ μὴ θέλουμε τὴν θεραπεία μας, διότι αὐτὸ δὲν
συμφέρει. Τὸ ἴδιο συνέβη εἰς τὸν Ἰησοῦν ὅταν εἶδαν ὅτι αὐτὰ ποὺ ἐδίδασκε δὲν
συνέφεραν. Ἄρχισαν νὰ τὸν ἐγκαταλείπουν σιγά-σιγά, ἕνας-ἕνας. Ἐστράφη πρὸς τοὺς
μαθητάς Του: «Μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;», καὶ οἱ μαθηταὶ ἀπήντησαν: «Κύριε,
πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις[34]»!
Καὶ ἡμεῖς ποῦ πορευσόμεθα; Στὶς ἀποκαλυπτικὲς καὶ τραγικὲς ἡμέρες
μας, πιστεύω ἀκραδάντως πῶς μία λύσις ὑπάρχει:
Ὁ Ἐπικίνδυνος Χριστός!
[1] Ἰω. ΙΓ΄, 34.
[2] Λουκ. Β΄, 34.
[3] Λουκ. Κ΄, 18.
[4] Λουκ. ΙΒ΄, 51.
[5] Ματθ. Ι΄, 34.
[6] Λουκ. ΙΒ΄, 49.
[7] Ματθ. Κ΄, 16.
[8] Ματθ. ΚΑ΄, 31.
[9] Λουκ. ΙΗ΄, 9.
[10] Ματθ. ΣΤ΄, 25 καὶ ἑξῆς, Λουκ. Η΄, 14, Λουκ. Ι΄, 41 καὶ ἀλλαχοῦ.
[11] Α΄ πρὸς Τιμ. Ε΄, 18.
[12] Μάρκ. Ι΄, 23, 25.
[13] Καθ. ἐπιστ. Ἰακ. Ε΄, 1-6.
[14] Β΄ Κορ. Η΄, 13-14.
[15] Πρὸς Κολασσαεῖς Δ΄, 1.
[16] Α΄ Κορ. Α΄, 27-28.
[17] Ματθ. ΙΘ΄, 21.
[18] Στίχοι Συναξαρίου κε΄ Δεκεμβρίου.
[19] Ζ΄ ᾠδὴ ἰαμβικοῦ κανόνος Χριστουγέννων.
[20] Αἴνοι Χριστουγέννων.
[21] Ἰω. Χρυσοστόμου, Λόγος εἰς τὸ Γενέθλιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
[22] Ὑπακοὴ Χριστουγέννων.
[23] 1820-1895.
[24] Ἰω. Η΄, 12.
[25] Ἱερεμίας ΙΕ΄, 19.
[26] Α΄ Κορ. Ι΄, 24.
[27] Β΄ Κορ. ΣΤ΄, 10.
[28] Ῥωμ. ΙΒ΄,17.
[29] Ῥωμ. ΙΒ΄, 2.
[30] Γαλ. Ε΄, 13.
[31] Α΄ Κορ. Ζ΄, 23.
[32] Ἡσαΐας ΙΑ΄, 1 καὶ ἑξῆς.
[33] Ἡσαΐας Β΄, 4.
[34] Ἰω. ΣΤ΄, 67-68.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου